Στα τόσα χρόνια που ψαρεύω κάμποσες φορές διάφοροι φίλοι και γνωστοί που γνωρίζουν το … χούι μου, μού έχουν ζητήσει να τους φτιάξω εργαλεία για να ξεκινήσουν να ψαρεύουν. Από όλες αυτές τις περιπτώσεις δύο κατέληξαν σε πολύ χαρακτηριστικό αποτέλεσμα και γι’ αυτό θα τις διηγηθώ, σήμερα τη μία και κάποια άλλη φορά την άλλη.
Ο Δημήτρης που ζήτησε τη βοήθειά μου, ήταν συνεργάτης μου όταν ακόμα δούλευα. Συγκεκριμένα είχε ένα μεγάλο βιβλιοδετείο στο οποίο δούλευε ολόκληρη η οικογένειά του. Αυτός ήταν ο πατέρας.
Η δουλειά του βιβλιοδέτη είναι πολύ απαιτητική και δεν σου αφήνει εύκολα ελεύθερο χρόνο. Ο Δημήτρης όμως έχοντας τη σύζυγο και τα τρία του παιδιά στη δουλειά, κατάφερνε που και που να ξεκλέβει λίγο χρόνο και να πηγαίνει στα μέρη του Πηλίου όπου ο αδελφός του είχε κάποιο εξοχικό. Μου έλεγε ότι εκεί είχαν μια μικρή βάρκα και το μόνο ψάρεμα που έκαναν με αυτήν ήταν να ρίχνουν το βράδυ και να σηκώνουν το πρωί ένα μικρό διχτάκι, με το οποίο έπιαναν μερικά μικρόψαρα που τα τηγάνιζαν για να πιουν ένα κρασί.
Ακούγοντας εμένα να λέω πόσα και τι ψάρια έπιανα ο Δημήτρης … «τσίμπησε» και άρχισε να σκέπτεται να προσπαθήσει να μάθει τα κόλπα. Έτσι μου ζήτησε να τον πάρω κάποια φορά μαζί μου στο ψάρεμα. Πράγματι αυτό έγινε και κάποιο μεσημέρι Παρασκευής φύγαμε για το Πόρτο Χέλι. Δυστυχώς όμως το όνειρο του Δημήτρη δεν έγινε πραγματικότητα γιατί την ημέρα εκείνη, λίγο μετά που φτάσαμε, έπιασε ένας φοβερός πουνέντης και το μόνο που προλάβαμε να κάνουμε ήταν μια μικρή βόλτα με τη βάρκα για να του φύγει ο … καημός.
Συζητώντας στη διαδρομή της επιστροφής προς Αθήνα, ο Δημήτρης με ρώτησε αν θα μπορούσα να του φτιάξω τα κατάλληλα εργαλεία και να του εξηγήσω πώς γίνεται η δουλειά προφορικά, ώστε να μπορέσει την επόμενη φορά που θα πήγαινε στο Πήλιο να ψαρέψει με κάποιο άλλο είδος ψαρέματος εκτός από το δίχτυ. Τότε του υποσχέθηκα πως θα του φτιάξω δυο συρτές αφρού, γιατί αυτό ήταν το μόνο ψάρεμα που μπόρεσα να σκεφτώ ότι θα μπορούσε να το κάνει με λίγες μόνο απλές οδηγίες.
Έτσι κι έγινε. Λίγες μέρες μετά, όταν πήγα στο μαγαζί του για κάποια δουλειά, του παρέδωσα τις δυο συρτές που του είχα υποσχεθεί και του εξήγησα μέσες - άκρες πώς θα μπορούσε με αυτές να ψαρέψει.
Πέρασε περισσότερο από ένας μήνας που πήγαινα ταχτικά στο μαγαζί του, αλλά όταν τον ρωτούσα τι έγινε με το ψάρεμα, αυτός μου έλεγε ότι δεν είχε καταφέρει να πάει λόγω δουλειάς. ΄Ωσπου μια Δευτέρα που τον επισκέφθηκα για δουλειά, τον είδα να με υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο και να με καλεί για να μου πει τα καθέκαστα. Μάλιστα δίπλα του ήταν και η σύζυγός του, που και αυτή χαμογέλαγε ολόκληρη.
«Τι έγινε ρε Δημήτρη;» του λέω. «Είχαμε τίποτα νεώτερα από το ψάρεμα;».
«Μάντεψε τι έπιασα και άμα το βρεις θα σε παραδεχτώ» μου λέει.
Αρχίζω να του λέω για λούτσους, κοκκάλια, κολιούς, μαγιάτικα, μέχρι και ξιφίες του είπα, αλλά κάθε φορά ο Δημήτρης κούναγε αρνητικά το κεφάλι του και χαμογέλαγε όλο και περισσότερο.
«Ε, τι στο διάολο έπιασες ρε Μήτσο, λέγε γιατί θα με σκάσεις» του λέω.
«Θα στο πω, γιατί όσο και να ψάχνεις δεν πρόκειται να το βρεις» μου λέει.
«Έπιασα ένα … αγριογούρουνο 72 κιλά!» μου λέει και με αφήνει κάγκελο. Και συνεχίζοντας μου διηγείται ολόκληρη την ιστορία ως εξής:
Αφού ρίξαμε το δίχτυ με τον αδερφό μου λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, αμολήσαμε τις δυο συρτές και βάλαμε την κατάλληλη ταχύτητα στη μηχανή όπως μου είχες εξηγήσει. Η θάλασσα ήταν τελείως λάδι. Λίγο μετά βλέπουμε στην επιφάνεια να κινείται κάτι, χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε τι ήταν. Στην αρχή μας φάνηκε ότι ήταν άνθρωπος και ανησυχήσαμε, γιατί σε εκείνο το μέρος άνθρωπος στη θάλασσα θα σήμαινε ναυαγός ή κάτι παρόμοιο. Όταν όμως πλησιάσαμε κοντά είδαμε ότι ήταν ένα ολοζώντανο αγριογούρουνο, το οποίο όμως δεν κολύμπαγε κανονικά αλλά κάπως σπασμωδικά, γιατί μάλλον ήταν χτυπημένο. Όταν προσπαθούσαμε να το πιάσουμε, αυτό αγρίευε και προσπαθούσε να μας δαγκώσει. Με τα χίλια ζόρια καταφέραμε και του περάσαμε μια θηλιά στο ένα πόδι και αρχίσαμε να το σέρνουμε αργά - αργά προς τη στεριά. Κάναμε σχεδόν μία ώρα να βγούμε έξω και όταν φτάσαμε είχε νυχτώσει. Το ζώο όταν βγήκε στη στεριά κουνιόταν αλλά δεν μπορούσε να σταθεί. Μαζεύτηκαν πολλοί από το χωριό και κάποιος είπε να το σφάξουμε. Έτσι κι έγινε. Το σφάξαμε και αμέσως το μεταφέραμε στο σπίτι για τα περαιτέρω. Ήρθε και κάποιος που ήξερε τα σχετικά, το καθαρίσαμε, το ζυγίσαμε και δυο μέρες μετά, ημέρα Κυριακή, σχεδόν 40 άνθρωποι, φίλοι από τα γύρω σπίτια μαζευτήκαμε και το φάγαμε κάνοντας ένα τρικούβερτο γλέντι.
Ο Δημήτρης μου είπε ότι δεν ξανάριξε τις συρτές στη θάλασσα. Από τότε, κάθε φορά που ρίχνουνε το μικρό δίχτυ, αυτός παρατηρεί με προσοχή την επιφάνεια της θάλασσας γιατί οι χωριανοί του είπαν ότι εκτός από αγριογούρουνα πολλές φορές πέφτουν από τα απότομα βράχια του βουνού και … κατσίκια!