Ερώτηση Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!

29/09/2015 15:04 - 29/09/2015 15:06 #1 από Μιχάλης
Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου! δημιουργήθηκε από Μιχάλης
Στην ενότητα αυτή, που μόλις τώρα την δημιούργησα, προτείνω να δημοσιεύουμε ότι ιστορία έχουμε βιώσει οι ίδιοι ή έχουμε ακούσει από διηγήσεις ή την είδαμε … στο όνειρό μας όταν δεν μπορέσαμε να πάμε για ψάρεμα και έχει σχέση με τη θάλασσα και το ψάρεμα.
Με άλλα λόγια προτείνω εδώ να μπορούμε να δημοσιεύουμε και ιστορίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην πραγματικές, αλλά μπορεί να είναι και προϊόντα της φαντασίας μας, που έτσι κι αλλιώς … καλπάζει όταν πηγαίνουμε για ψάρεμα.
Άλλωστε ποιος μας εγγυάται ότι οι άλλες ιστορίες που γράφονται και σχολιάζονται εδώ μέσα είναι όντως πραγματικές;
Το μόνο που χρειάζεται να εκπληρώνουν είναι να είναι γλαφυρές, δηλαδή διασκεδαστικές για να περνάμε την ώρα μας ευχάριστα, όταν δεν πηγαίνουμε για ψάρεμα και να μας προκαλούν να … ονειρευόμαστε!
Θα κάνω τα εγκαίνια αυτής της ενότητας με μια δική μου ιστορία που εξελίχθηκε όταν ήμουνα 14-15 χρονών.
Όσα θα περιγράψω θα είναι μάλλον παραμύθια, γιατί από τότε μέχρι σήμερα έχω κάνει πολλές διαμορφώσεις (format) στο σκληρό μου δίσκο και δεν μπορώ να εγγυηθώ για την αξιοπιστία του.
Το μόνο που μπορώ να εγγυηθώ είναι ότι διαβάζοντας τις ιστορίες μου θα … περάσετε καλά!
Όμως θα πρέπει να συμμετέχουν κι άλλοι σ’ αυτήν την προσπάθεια, γι’ αυτό εγώ θα κάνω μεν την αρχή δημοσιεύοντας την πρώτη ιστορία, αλλά δεν θα ξαναδημοσιεύσω αν δεν δω να ακολουθήσει το παράδειγμά μου και κάποιος άλλος.
Μόλις δω ότι και κάποιος άλλος δημοσίευσε κάτι, αμέσως θα δημοσιεύσω την επόμενη ιστορία μου και αυτό θα κάνω για όσο καιρό χρειαστεί, γιατί λόγω της ηλικίας μου (και της οξυμένης φαντασίας μου!) κατέχω ιστορίες που φτάνουν για να γράψω … εγκυκλοπαίδεια!
Η πρώτη μου ιστορία έχει ως εξής:

Η ηλικία των 14-15 χρονών ήταν η εποχή που ο πατέρας μου είχε αρχίσει, υποκύπτοντας στις πιέσεις μου, να σκέπτεται σοβαρά να μου παραχωρήσει το δικαίωμα να πηγαίνω μόνος μου για ψάρεμα με την τότε βάρκα μας, μια γαΐτα 5,5 μέτρων. Η ευκαιρία για την πραγματοποίηση του ονείρου μου δόθηκε το Πάσχα όταν μας επισκέφθηκαν για να το περάσουν μαζί μας στο Ναύπλιο μια παρέα συγγενείς από την Αθήνα, μεταξύ των οποίων και ένας θείος 30 περίπου χρονών τότε που την είχε «ψωνίσει» με τη συρτή και έκανε σαν τρελός όποτε ερχόταν να μας επισκεφτεί.
Το Πάσχα ήταν η εποχή που στο Ναύπλιο ξεκίναγε το ψάρεμα της σφυρίδας με τη συρτή βυθού και όλοι περιμέναμε να δούμε πότε θα πιανόταν η πρώτη σφυρίδα από κάποιον για να πάρουμε το σήμα της εκκίνησης. Όταν γινόταν αυτό, την επόμενη Κυριακή κατά τις 5-6 η ώρα το πρωί στην παραλία του Ναυπλίου γινόταν ο κακός χαμός από τις βάρκες που ξεκίναγαν για το κυνήγι της σφυρίδας.
Μέχρι εκείνη τη μέρα ο πατέρας μου είχε πάει 2-3 φορές μαζί με τον αδερφό του αλλά … τίποτα.
Όταν ο θείος του ζήτησε να μας δώσει τη βάρκα για να πάμε για σφυρίδες οι δυο μας, στην αρχή ξίνισε τη μούρη του, μετά άρχισε να ψελλίζει διάφορες δικαιολογίες και στο τέλος υπέκυψε, πιστεύω για δυο λόγους:
- Ο πρώτος γιατί δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τον φιλοξενούμενο, και
- Ο δεύτερος γιατί πίστευε ότι έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να πιάσουμε τίποτα, οπότε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, γιατί ως γνωστόν όλοι οι πατεράδες σε αυτές τις ηλικίες είναι σε μόνιμη κατάσταση ανταγωνισμού με τους γιους τους.
Ξεκινήσαμε πρωί - πρωί και πριν ακόμη βγούμε καλά – καλά από το λιμάνι, κοντά στο θαλάσσιο κάστρο που πολλοί θα γνωρίζετε σαν αξιοθέατο του Ναυπλίου, που λέγεται «Μπούρτζι» μια ωραία σφυριδούλα 1,5 κιλού τίμησε την αυτοσχέδια ζόκα που ήταν δολωμένη με δυο κεφαλόπουλα.
Αφού είχαμε εξασφαλίσει την … πρωτιά το ενδιαφέρον μας στράφηκε σε άλλα πεδία. Πήγαμε ψαρεύοντας στην απέναντι ακτή όπου βρίσκεται το χωριό Μύλοι και καθίσαμε στο παραλιακό ουζερί για να πιει ο θείος τα ούζα του κι εγώ τις πορτοκαλάδες μου.
Σε διπλανό τραπέζι μια θεία με την ανεψιά της άρχισε να κάνει … παιχνίδι αλλά την εποχή εκείνη εγώ δεν είχα ιδέα από τέτοια και το μόνο που σκεφτόμουνα ήταν πότε θα ξαναμπαίναμε στη θάλασσα να συνεχίσουμε το ψάρεμα.
Μετά τη χυλόπιτα που έφαγε ο θείος το πήρε απόφαση ότι η μέρα ήταν μόνο για ψάρεμα σφυρίδας, οπότε πλήρωσε το λογαριασμό και ξαναμπήκαμε στη βάρκα για να γυρίσουμε στο Ναύπλιο. Στο μεταξύ η ώρα είχε πάει 11 και για να προλάβουμε τον οβελία που στο μεταξύ ψηνόταν έπρεπε να κάνουμε γρήγορα, γιατί μεταξύ άλλων είχε σηκώσει και ένα 4ράκι της τοπικής μπουκαδούρας, που δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο.
Παρόλα αυτά εγώ έριξα και πάλι τις συρτές και λίγο μετά που φύγαμε από το μώλο των Μύλων η δεξιά τέντωσε το λάστιχο με το κουδουνάκι σε σημείο που κόντεψε να σπάσει. Υποψιάστηκα κόλλημα γιατί το τέντωμα ήταν «χοντρό» και άρχισε να με κόβει κρύος ιδρώτας στη σκέψη ότι μπορεί να έχανα την αρματωσιά οπότε ποιος άκουγε τον πατέρα μου.
Αμέσως έκανα κράτει τη μηχανή και γυρίζοντας μπρος - πίσω άρχισα να σηκώνω μέχρι να έρθω «απίκο» στο κόλλημα. Το βάθος ήταν 15 μέτρα οπότε πολύ σύντομα ήρθα κοντά. Όταν έκανα την πρώτη απόπειρα να ξεκολλήσω τη συρτή, αντί για «κούτσουρο» ένιωσα κάτι βαριά κεφάλια σαν να ήταν μεγάλο μαύρο ψάρι. Η σφυρίδα ήταν 4,5 κιλά και ο θείος μόνο που δεν … κατουρήθηκε πάνω του όταν την είδε.
Αφού την τακτοποιήσαμε και ξαναξεκινήσαμε τη βάρκα, αυτός επέμενε να ξαναρίξουμε τις συρτές σε αντίθεση με εμένα που σκεπτόμενος τη λύσσα του πατέρα μου αν αργούσα είπα να μην ρίξουμε και να γκαζώσουμε για να φτάσουμε το δυνατό συντομότερο στη στεριά.
Λόγω ηλικίας ο θείος υπερίσχυσε κι έτσι έριξα την πρώτη συρτή και την κρέμασα στο λάστιχο με το κουδουνάκι, το οποίο λίγο μετά που ξεκίνησα να ρίχνω τη δεύτερη άρχισε να χτυπάει σαν τρελό. Κάνοντας ακριβώς τα ίδια ανέβασα και τη δεύτερη σφυρίδα ακριβώς ίδια με την προηγούμενη. Τα ψάρια τότε τα βάζαμε σε μια πάνινη τσάντα που κάθε τόσο τη βρέχαμε για να κρατάει δροσιά. Οι τρεις σφυρίδες που ήσαν κάτι λίγο πάνω από 10 κιλά τη γέμισαν σχεδόν τελείως.
Μισή ώρα μετά μπαίναμε στο λιμάνι του Ναυπλίου, αφού ο θείος δεν επέμεινε να ξαναρίξουμε τις συρτές και ήρθαμε στα γρήγορα. Η ώρα είχε πάει πλέον 13:30. Μόλις φτάσαμε κοντά στο μώλο είδα τον αγριεμένο πατέρα να βολτάρει πέρα – δώθε βγάζοντας … καπνούς από την ανησυχία και τα νεύρα του. Μόλις αράξαμε τη βάρκα μας είπε μονολεκτικά «ελάτε σπίτι να λογαριαστούμε» και καβαλώντας το ποδήλατό του εξαφανίστηκε.
Τότε εγώ κι ο θείος κατεβάσαμε την εξής σατανική ιδέα που θα την περιγράψω με την εκτέλεσή της.
Βάλαμε στην τσάντα κάτω από τα ψάρια τις δυο συρτές (τότε τις τυλίγαμε σε μεγάλους φελλούς) και φτάνοντας στο σπίτι την αφήσαμε στην αποθήκη και μπαίνοντας στην τραπεζαρία όπου ήταν στρωμένο το πασχαλιάτικο τραπέζι καθίσαμε στις καρέκλες μας παριστάνοντας τους … κατατρομαγμένους.
Λίγο μετά μεταξύ εμένα και του πατέρα μου εξελίχθηκε ο παρακάτω διάλογος:
- Θα μου πεις τις έγινε στο ψάρεμα;
- Τι να σου πω; Χάλια. Ούτε τσιμπιά! Και τώρα στο γυρισμό με τη μπουκαδούρα η μια συρτή μου πιάστηκε στην προπέλα και έγινε κομμάτια γι’ αυτό καθυστερήσαμε.
Ο πατέρας μου απευθυνόμενος στη μητριά μου και αδερφή του θείου:
- Στα είπα εγώ αλλά εσύ επέμενες να τους αφήσω. Άκου τα τώρα. (Δυστυχώς για λόγους ευπρέπειας δεν μπορώ να αποδώσω το διάλογο ακριβώς!).
- Και δε μου λες ρε που είναι τώρα οι συρτές;
- Στην αποθήκη μέσα στην τσάντα.
(Φεύγει βροντώντας τη πόρτα πίσω του. Μετά 5 λεπτά ξανάρχεται κρατώντας τις τρεις σφυρίδες στα χέρια και ουρλιάζοντας κυριολεκτικά!).
- Τώρα θα δεις τι θα πάθει ο μ@λ@κ@ς ο αδερφός μου που μου λέει ότι δεν ξέρω να πιάνω ψάρια.
Βγαίνει έξω από το σπίτι, παίρνει το ποδήλατο και φεύγει για το σπίτι του αδερφού του …
Όλα αυτά συνέβαιναν την Κυριακή του Πάσχα κάπου γύρω στα 1963 ή 1964.
Τις επόμενες στο καφενείο έγινε της μουρλής με τις ανακοινώσεις του.
Έλεγε ότι τις σφυρίδες τις έπιασε αυτός!
Κάνε … πατέρα να δεις καλό!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Γιάννης , Γιαννης (STAY_ALIVE), Κάλυμνος, vasilis moystakas, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ και 2 άλλοι χρήστες ευχαρίστησαν.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 03:00 - 30/09/2015 03:01 #2 από Γιάννης
Απαντήθηκε από Γιάννης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Μιχάλη μιας και μπορούμε να γράψουμε και για όνειρα όπως λες άκου ένα δικό μου :
Ήμουν λέει και ψάρευα από έξω και ξαφνικά άρχισα να φέρνω κάτι πολύ μεγάλο.
Τράβαγα εγώ τράβαγε και αυτό,το καλάμι να έχει λυγίσει και τα φρένα να παίρνουν και να δίνουν.
Όταν μετά από πολύ κόπο το έφερα έξω είδα ότι είχα πιάσει μια ................... αρκούδα :yahoo:

Επισης αρκετές φορές έχω δει ότι η θάλασσα είναι δίπλα στην πολυκατοικία και βγαινω και ψαρεύω από το μπαλκόνι!

:crazy: Είναι ανίατο το πρόβλημα γιατρέ μου ?
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Μιχάλης, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, nickzick

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 09:23 - 30/09/2015 09:25 #3 από Μιχάλης
Απαντήθηκε από Μιχάλης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!

Γιάννης έγραψε: Είναι ανίατο το πρόβλημα γιατρέ μου ?


Όχι καθόλου! Άκου πώς γιατρεύεται:
Παίρνεις μια χοντρή αλυσίδα με έναν μεγάλο χαλκά στην άκρη της.
Περνάς το χαλκά στη μύτη της αρκούδας που .... έπιασες για να μπορείς να τη σέρνεις με άνεση.
Αγοράζεις και ένα ντέφι και σέρνοντας την αρκούδα αρχίζεις να γυρίζεις στα πανηγύρια.
Άμα καταφέρεις να μάθεις στην αρκούδα να χορεύει σύγχρονους χορούς όχι μόνο θα ... χεστείς στα λεφτά, αλλά θα ξεχάσεις οριστικά και το ψάρεμα και ίσως και το ... όνομά σου.
Άσε που θα ασφαλιστείς και στο σχετικό ταμείο των ... γύφτων που σε λίγο θα είναι καλύτερο από τα δικά μας ΙΚΑ, ΣΙΚΑ κ.λ.π.
(Χαχαχαχα!).

Υ.Γ.: Γιάννη σε λίγο θα δημοσιεύσω όπως έχω υποσχεθεί την επόμενη ιστορία μου. Είναι πραγματική αλλά την είχα ξεχάσει και την ξαναθυμήθηκα από κάτι που έγραψες εσύ. Όταν τη διαβάσεις θα καταλάβεις ...

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 13:01 #4 από Μιχάλης
Απαντήθηκε από Μιχάλης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Η επόμενη ιστορία μου είναι αφιερωμένη στο φίλο «Γιάννη» που στα όνειρά του βλέπει ότι η θάλασσα είναι κάτω από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας του και βγαίνει όποτε θέλει και ψαρεύει!

Πριν 15 περίπου χρόνια χρειάστηκε να ρίξω μια μικρή πλάκα στο σπίτι μου στην Παλλήνη και κάλεσα για το σκοπό αυτόν έναν φίλο εργολάβο της περιοχής για να συνεννοηθούμε για τα σχετικά.
Αφού τα είπαμε και πήρε μέτρα για να μου κάνει το λογαριασμό και την προσφορά του, του πρότεινα να κάτσει λίγο να πιούμε καμιά τσικουδιά, αφού ήταν βραδάκι καλοκαιριού και ο καιρός ήταν χαρά Θεού.
Ο Μήτσος δέχθηκε φυσικά και λίγο μετά αρχίσαμε τα σφηνάκια και τις ιστορίες στο εξωτερικό καθιστικό του σπιτιού μου. Η κουβέντα το έφερε στα κατοικίδια ζώα, και μεταξύ μας εξελίχθηκε ο εξής διάλογος:
Μήτσος: Ρε συ, εδώ έχεις πολύ ωραίο κτήμα. Ξέρεις τι ζώα θα μπορούσες να βάλεις;
Εγώ: Για έλα να σε πάω μια βόλτα να σου δείξω κάτι.
(Οδήγησα τον Μήτσο στο βάθος του κτήματος όπου έχω το υποστατικό με τα ζώα μου. Την εποχή εκείνη είχα πολλά κουνέλια, κότες, μια γίδα κι έναν σκύλο, όλα τακτοποιημένα στους χώρους τους με πολύ τάξη και μεράκι. Σήμερα έχω τα ίδια σε μικρότερες ποσότητες εκτός από τη γίδα).
Μόλις ο Μήτσος είδε τις εγκαταστάσεις είπε:
Μήτσος: Α, εσύ είσαι πολύ νοικοκύρης φίλε μου! Σε παραδέχομαι! Θα πρέπει να είσαι πολύ ευχαριστημένος από τη ζωή σου.
Εγώ: Όχι ρε Μήτσο, δεν είμαι!
Μήτσος: Γιατί;
Εγώ: Πάμε να κάτσουμε και θα σου εξηγήσω, γιατί ίσως μπορείς και να με βοηθήσεις.
Όταν ξαπήγαμε στη θέση μας ο Μήτσος με κοίταγε γεμάτος απορία.
Εγώ: Για να σε ρωτήσω κάτι ρε Μήτσο. Εκτός από μπετά, ανακατεύεσαι και με εκσκαφές;
Μήτσος: Ότι θέλεις. Έχω μηχανήματα να σου γυρίσω το σπίτι … ανάποδα.
Εγώ: Έχεις κανέναν από αυτούς τους πολύ μεγάλους εκσκαφείς, αυτούς που σκάβουν μεγάλα χαντάκια;
Μήτσος: Ότι θέλεις σου λέω. Λέγε τι θέλεις και θα το τακτοποιήσουμε!
Εγώ: Ρε Μήτσο, ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά μου. Εδώ που είμαι τα έχω όλα εκτός από ένα και ίσως μπορέσεις εσύ να μου το λύσεις.
Μήτσος: Τι ρε συ. Λέγε!
Εγώ: Θέλω να μου σκάψεις ένα μεγάλο κανάλι για να φέρω εδώ τη θάλασσα από τη Λούτσα ρε Μήτσο! Αυτό θέλω!
Μήτσος: Χαχαχαχα!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Γιάννης , ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Nikolaos Alexandropoulos, ΣΤΑΥΡΟΣ

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 19:31 #5 από ΣΤΑΥΡΟΣ
Απαντήθηκε από ΣΤΑΥΡΟΣ στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Μετα απο 4 μηνες παλι μαζι.ευχομαι σ ολους καλο χειμονα.
Μιχαλη καλη η προσπαθεια σ αυτη την ενοτητα.
Θα προσπαθησω να γραψω κι εγω μερικες ιστοριες, αλλα οπως ξερης δεν τα παω πολυ καλα μ αυτο το διαολοπραμα.
Ο αδερφος μου δουλευε σε γρι γρι.Ενα βραδυ αναβαν αναμεσα Θασου και Λημνου .Το βραδυ καλαρουν περνουν τα ψαρια στο καικι .Ο καπετανιος λεει στον πριμνιο [πηδαλιουχο] τις μοιρες που πρεπει να βαλει στον μπουσουλα για να πανε στην υχθιοσκαλα τηςΚαβαλας,και πεφτουν ολοι για υπνο.Το ξημερομα ση κονεται ενας απο το πληρωμα για πιπι του και βλεπει τον ηλιο στο κοκορι και ενα νησι μακρια αλλα αριστερα;;;; Παει πισω στον πριμνιο.
Ερωτηση.Που παμε;
Απαντηση.Στην Καβαλα.
Ερωτηση.Αυτο το νησι που βλεπουμε μπροστα ποιο ειναι;
Απαντηση.Η Θασο.
Καλα ειναι δυνατων ο ηλιος να ειναι μπροστα μας το νησι αριστερα μας και να πηγενουμε στην Καβαλα λεει ο μουτσος,ξυπνα τον καπετανιο.
Ξυπνανε τον καπετανιο αυτος βλεπει τον χαρτη βλεπει και τον μπουσουλα ΑΜΑΝ μεταβολη 180 μοιρες ειχε δωση ακρηβος τις αναποδες μοιρες.
Καλα που δεν τους πηρανε χαμπαρι οι Τουρκοι ακομη εκει θα ηταν.
Καλο βραδυ.
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Γαλλής Γιώργος, Γιάννης , Μιχάλης, vasilis moystakas, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 19:40 #6 από Μιχάλης
Απαντήθηκε από Μιχάλης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Σταύρο πολύ χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω.
Βέβαια η ιστορία σου με υποχρεώνει να γράψω άλλη μία όπως έχω υποσχεθεί ότι θα κάνω κάθε φορά που κάποιος δημοσιεύει μια ιστορία.
Με την άδειά σου όμως θα κάνω ένα μικρό διάλειμμα γιατί θέλω να ... γελάσω με την ησυχία μου πρώτα για την ιστορία σου.

Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!!!!!!

Υ.Γ.: Σε λίγο η συνέχεια με νέα ξεκαρδιστική ιστορία!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": ΣΤΑΥΡΟΣ

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 20:57 - 30/09/2015 20:58 #7 από Μιχάλης
Απαντήθηκε από Μιχάλης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Η μάνα μου πέθανε όταν ήμουνα 9 χρονών. Ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε όταν ήμουνα 12 χρονών. Η ιστορία που θα διηγηθώ συνέβη όταν ζούσαμε εγώ κι ο πατέρας μου μόνοι μας, άρα πρέπει να ήμουνα μεταξύ 9 και 12 χρονών, δηλαδή κάπου ανάμεσα στα 1957 και 1960, αφού γεννήθηκα το 1948.
Την εποχή εκείνη είχε έρθει στο Ναύπλιο, την πατρίδα μου, μια οικογένεια που είχε έναν γιο συνομήλικό μου το Σπύρο. Αυτό το παιδί δεν ήταν πολύ φανατικός ψαράς, όπως όλοι σχεδόν οι συμμαθητές μου, αλλά μας έφερε ένα καινούργιο ψάρεμα που μέχρι τότε δεν το ξέραμε. Το ονομάσαμε «τραβηχτό» και ήταν πολύ απλό. Σε μια πετονιά Νο 50-60 και μήκους καμιά 30αριά μέτρων, έδενες στην άκρη μια μεγάλη σαλαγγιά. Αυτό ήταν όλο. Το ψάρεμα του «τραβηχτού» γινόταν ως εξής:
Κουλούριαζες την πετονιά στο χέρι σου, περίπου όπως οι καουμπόηδες το λάσο, και περπάταγες αργά - αργά στο μουράγιο του λιμανιού του Ναυπλίου το οποίο εκείνη την εποχή, αλλά και σήμερα ακόμη, ήταν γεμάτο με πυκνά κοπάδια κεφαλόπουλων, μικρών και μεγάλων. Όταν έβλεπες ένα τέτοιο κοπάδι, με αργές κινήσεις, πέταγες τη σαλαγγιά έτσι ώστε να πέσει μέσα στο κοπάδι και όλη η τέχνη ήταν να προλάβεις να την τραβήξεις απότομα και με δύναμη πριν αυτή κατέβει βαθύτερα και βρεθεί κάτω από το κοπάδι. Έτσι, στα τυφλά, κάρφωνες πολλά κεφαλόπουλα, μερικές δε φορές μπορεί και δυο μαζί. Για να μπορείς να τραβάς την πετονιά όσο απότομα χρειαζόταν χωρίς να σου σκίζει το δάχτυλο, μπαντάραμε τα δάχτυλά μας με λίγο λευκοπλάστ, το οποίο όταν τέλειωνε το ψάρεμα ήταν μέσα στη βρώμα.
Το ψάρεμα αυτό διαδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα σε όλους τους πιτσιρικάδες της εποχής και σε λίγο τα απογεύματα που τέλειωνε το σχολείο, στο λιμάνι του Ναυπλίου έβλεπες πολλά παιδιά να κάνουν αυτή τη δουλειά.
Ένα βράδυ στο σπίτι, όπως καθόμαστε μαζί με τον πατέρα μου, μου λέει:
«Αύριο θα πάω στην Αθήνα για κάτι δουλειές. Θα φύγω το πρωί, την ώρα που εσύ θα κοιμάσαι και θα γυρίσω το βράδυ. Κοίταξε να πιεις το γάλα σου πριν πας στο σχολείο και μην τυχόν και πας για ψάρεμα όταν σχολάσεις γιατί θα σε ρημάξω κακομοίρη μου! Συνεννοηθήκαμε;».
Εγώ μισούσα ανέκαθεν το εβαπορέ γάλα που πίναμε εκείνη την εποχή και έκανα ότι μπορούσα να το αποφύγω τα πρωινά. Σιγά μην το έπινα τώρα που θα έλειπε ο πατέρας μου. Είχα βρει ένα ωραίο κόλπο για να τον ξεγελάω. Έπαιρνα ένα φλιτζάνι, έριχνα μέσα ελάχιστο νερό, μια σταγόνα γάλα και έτριβα λίγο ψωμί έτσι ώστε να φανεί ότι είχα πιει το γάλα και είχα αφήσει ελάχιστο στον πάτο του φλιτζανιού. Έτσι έκανα κι εκείνη την ημέρα. Μόλις τέλειωσα αυτή τη δουλειά, έβαλα στη σχολική σάκα μαζί με τα βιβλία και τα τετράδια την πετονιά για το «τραβηχτό» κι έφυγα για το σχολείο από το οποίο σχόλασα κατά τη μία η ώρα. Όταν είπα στους συμμαθητές μου ότι ο πατέρας μου θα έλειπε όλη μέρα, αμέσως κανονίστηκε η παρέα με την οποία θα πηγαίναμε μόλις τέλειωνε το σχολείο για «τραβηχτό». Ήμασταν 5-6 παιδιά, μεταξύ των οποίων και ένας που ποτέ του δεν κατάφερνε να πιάσει ψάρια αλλά ήταν καλό παιδί και ωραίος καλαμπουριτζής. Νίκο τον έλεγαν.
Πήγαμε στο λιμάνι και αρχίσαμε το «βιολί» μας. Μόλις βλέπαμε κοπάδι, εκσφενδονίζαμε τις σαλαγγιές κι όποιον πάρει ο χάρος. Μέχρι τις πέντε ή έξη η ώρα το απόγευμα είχαμε βγάλει ένα σωρό κεφαλόπουλα μικρά και μεγαλούτσικα. Μερικές φορές αν δεν προλάβαινες να τραβήξεις τη σαλαγγιά, αμέσως μετά που την έριχνες, αυτή πάτωνε και υπήρχε κίνδυνος να κολλήσει κάπου και να κοπεί, γι’ αυτό είχαμε πάντα ανταλλακτικές μαζί μας για να μην ξεμένουμε. Έλα όμως που εγώ από τη λαχτάρα μου εκείνη την ημέρα ξέχασα να πάρω μαζί μου ανταλλακτικές σαλαγγιές. Και δυστυχώς πάνω στο … καλύτερο η πετονιά πάτωσε, η σαλαγγιά κόλλησε και παρά τις προσπάθειες κόπηκε και χάθηκε δια παντός. Η ομάδα πάγωσε γιατί εγώ ήμουνα ο καλύτερος ψαράς και αρχηγός της και καταλάβαινε ότι χωρίς εμένα δεν θα μπορούσε να συνεχίσει.
Ο άνθρωπος που έδωσε τη λύση ήταν ο Νίκος. Άκου να σου πω μου λέει. Θα σου δώσω τη δική μου πετονιά να ψαρεύεις και από τα ψάρια που θα πιάνεις ένα θα παίρνεις εσύ και δύο εγώ. Είσαι; Είμαι του λέω και παίρνω τη σαλαγγιά του και τη δένω στη δική μου πετονιά και ξαναρχίζω το ψάρεμα.
Ένα κεφαλόπουλο εγώ - δύο αυτός.
Ένα πάλι εγώ - δύο αυτός … και πάει λέγοντας.
Κόντευε να νυχτώσει όταν πετάω μέσα την πετονιά και με το πρώτο τράβηγμα νιώθω ένα πολύ αξιόλογο χτύπημα που έδειχνε ότι αυτό το κεφαλόπουλο ήταν μεγαλύτερο από τα συνηθισμένα. Τραβάω προσεκτικά και λίγο μετά στο μώλο του λιμανιού βρίσκεται να σπαρταράει ένα κεφαλόπουλο που πρέπει να ήταν κοντά στο κιλό. Το ψάρι είχε καρφωθεί από το μάτι και μόλις το έβγαλα ξαγκιστρώθηκε και σπαρτάραγε πάνω στο μουράγιο πηγαίνοντας σιγά - σιγά προς τη θάλασσα. Κάνω ένα σάλτο και προλαβαίνω να το πιάσω πριν ξαναγυρίσει στην … πατρίδα του. Την ώρα που πάω να γυρίσω για να πανηγυρίσω για την επιτυχία μου, τρώω μια μεγαλοπρεπή σφαλιάρα στο σβέρκο και ακούω τη φωνή του πατέρα μου:
«Κολόπαιδο, δε σου είπα να μην πας για ψάρεμα;». Τον ακούω να μου λέει.
Με τη φάπα που τρώω μου φεύγει και το κεφαλόπουλο από τα χέρια, οπότε ο Νίκος που παρακολουθεί το αρπάζει και φεύγει τρέχοντας και φωνάζοντας:
«Ήταν το δεύτερο, το δικό μου!».
Δεν ήταν όμως το δεύτερο, αλλά το πρώτο, οπότε εγώ παρά τις φάπες που έτρωγα στο μεταξύ, βάζω τις φωνές στον πατέρα μου και του λέω:
«Ο Νίκος μας πήρε το κεφαλόπουλο και φεύγει!».
Αυτός τα χάνει για μια στιγμή και αμέσως μετά με ρωτάει:
«Ποιανού είναι ρε το κεφαλόπουλο;».
«Δικό μου καλέ μπαμπά, του λέω, ήταν το πρώτο από τα τρία!».
Χωρίς να με ρωτήσει τίποτα ο πατέρας μου, με αφήνει ελεύθερο και αρχίζει να κυνηγάει τον Νίκο, τον οποίο λίγο μετά τον συνέλαβε και φυσικά του πήρε το κεφαλόπουλο ρίχνοντάς του και μερικές φάπες κι έτσι ο Νίκος πήγε στο σπίτι του κλαίγοντας.
Ο πατέρας μου ήταν γραμματέας στο δικαστήριο Ναυπλίου και ο πατέρας του Νίκου από τους καλύτερους δικηγόρους. Την άλλη μέρα πλακωθήκανε στο δικαστήριο έμαθα, αλλά ο πατέρας μου αρνήθηκε να μου πει τις λεπτομέρειες!
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Γιάννης , celestial_penso, vasilis moystakas, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, nickzick και 1 άλλοι χρήστες ευχαρίστησαν.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 22:44 #8 από Τζαβαρας Δημητρης
Απαντήθηκε από Τζαβαρας Δημητρης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Kαψουρα το ποδοσφαιρο, καψουρα μεγαλυτερη και το ψαρεμα.
Ενας φελλος, τυλιγμενη μια πετονια γυρο του, αυτοσχεδια δικα μου μολυβακια, και τα αγκιστρακια μου.
Αυτο ηταν το ψαρεμα μου, μεχρι να παω 18 ετων.
Με το λιγο χαρτζηλικι που ειχα, απο τον πατερα μου, επερνα τα ψαρικα μου.
Σαν πιτσιρικας, ειχα την μπαλα σαν χομπυ, και το ψαρεμα, παντα με την συντροφια, του πατερα.
Αν και δεν ηξερε γρι απο ψαρεμα, του αρεσε ομως η απασχοληση αυτη. Και αφου εγω το εκανα θεμα,
παρατουσε την δουλεια του, να με παει στο ψαρεμα. Ταξι δουλεβε, μια ζωη.
Ετσι περασαν τα χρονια, και μεχρι τα 14, ηταν παντα μαζι μου στο ψαρεμα.
Στρατευθηκα το 76, και βρεθηκα Αλεξανδρουπολη. Χαρα εγω, που ειχε θαλσσα κοντα, και θα ψαρευα.
Σε καθε εξοδο, επερνα τα εργαλεια μου, και ολο και κατι εκανα. Ψωμι απο τα μαγειρια, και οτι αλλο μπορουσα να παρω.
Κατ"αρχας, ειχε ψαρια το λιμανι. Πολλα ψαρια, και μεγαλα. Ολο και βγαζαμε τον μεζε.
Ο φελλος με τα περιφερειακα του, στον σακκο μου, στον θαλαμο. Ενα πρωι, ειχαμε επιθεωρηση, απο τον διοικητη.
Επεσα στην περιπτωση, για επιθεωρηση του σακκου μου. Βρηκε τα ψαρικα. Εγω, τα εχασα. Τι ειναι αυτα ρε?
Τα ψαρικα μου του απαντω. Εχει θαλασσα ρε το στρατοπαιδο? Τι να του πεις τωρα, του καραβανα.
Ψαρευω στην εξοδο, κυριε διοικητα. Και πιανεις τιποτα? Ναι η απαντηση μου. Ωραια, οτι πιασεις στην σημερινη εξοδο, τα θελω. Αν δεν μου φερεις ψαρια, εχει τιμωρια. Το ελεγε, και θα το εκανε. Μεγαλο τομαρι αξιωματικος.
Βγηκα την επομενη, εξοδουχος. Φυσικα για ψαρεμα. Ουτε για καφε δεν πηγα. Με ετρωγε ομως, να του παω ψαρι.
Τι να κανω τωρα, επρεπε να παρω ψαρι καλο, παση θυσια. Ετσι, βρεθηκα στην ιχθυοσκαλα της πολης.
Εδω λεω, ειναι μαλαγρωμενα, και εχω πιθανοτητες πολλες. Τα ψαρια δεν τσιμπουσαν ομως.
Ειχα τρελαθει, θα φαω καμπανα σκεπτομουν, τι θα κανω με τον καραβανα. Σηκωθηκα, πηγα στα ψαραδικα σκαφη,
και παρακαλεσα για λιγες σαρδελες. Ηταν το τελευταιο μου χαρτι. Πηρα μερικες, και γυρισα στον τοπο.
Εφτιαξα ενα δυαγκιστρο, και το πεταξα με λαχταρα. Εκανα την προσευχη μου, και ευχηθηκα για κατι καλο.
Η προσευχη μου, εγινε πραγματικοτης. Ενα ψαρι δικιλο, λαβρακι νομιζω, επεσε στην σαρδελα.
Το εβγαλα, και εφυγα τρεχωντας. Γυρισα στο στρατοπαιδο, και το πηγα στα μαγειρια.
Το εβαλα στο ψυγειο, και εγραψα στην σακουλα, "διοικητης" Μην το παρει και κανα ξενο χερι δηλαδη.
Το πρωι, στην αναφορα, η πρωτη του κουβεντα. Στραβακα, τι επιασες χθες? Ενα ψαρι κυριε διοικητα.
Φερτο να το δω. Του το πηγα, και πηρα και συχαριτηρια.
Εκτοτε, επερνα εξοδους τακτικοτερες, μεχρι και αδεια διανυκτερευσης, για ολονυχτιο ψαρεμα.
Ελληνικος Στρατος, με κατι βαρεμενους μονιμαδες!!!!!!
Ξεμπλεξα απο εκει πανω, με μονο 13 μερες φυλακη.
Θα θυμηθω, και αλλες παλιες ιστοριες.
Και για χαμενα ψαρια, και ψαρια που βγηκαν.
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Γαλλής Γιώργος, Γιάννης , loukas, Μιχάλης, vasilis moystakas και 3 άλλοι χρήστες ευχαρίστησαν.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 23:23 #9 από nickzick
Απαντήθηκε από nickzick στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!

Τζαβαρας Δημητρης έγραψε: ... Εχει θαλασσα ρε το στρατοπαιδο? ...


Κλαίωωω!!! χαχαχαχα :blum:

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/09/2015 23:30 #10 από Μιχάλης
Απαντήθηκε από Μιχάλης στο θέμα Ιστορίες της θάλασσας και του … κάμπου!
Στην πατρίδα μου το Ναύπλιο, στα χρόνια που εγώ ήμουνα πολύ μικρός, υπήρχαν δυο ηλικιωμένοι ψαράδες που ψάρευαν αποκλειστικά με καλάμι απίκο για κεφάλους στο λιμάνι. Και οι δυο τους ήσαν πολύ «μυστήριοι» και δεν δέχονταν να πλησιάζει κανείς κοντά τους την ώρα που ψάρευαν. Ειδικά εμάς τα πιτσιρίκια δεν μας ήθελαν καθόλου.
Εμένα πάλι πάντα μου κινούσε την περιέργεια αυτό το ψάρεμα και όλο προσπαθούσα να πλησιάσω, αλλά ο κ. Γιάννης, που ήταν η προτίμησή μου, δεν με άφηνε με τίποτα να πλησιάσω κοντά του. Καθόμουνα λοιπόν όσο πιο κοντά του μπορούσα και τον παρατηρούσα με τις ώρες προσπαθώντας να καταλάβω πώς γινόταν αυτό το ψάρεμα.
Κάποια φορά ο κ. Γιάννης με … λυπήθηκε και αποφάσισε να μου δώσει λίγη σημασία. Γυρίζει, με κοιτάει και μου λέει:
«Τι θέλεις ρε μικρέ και έρχεσαι συνέχεια πάνω από το κεφάλι μου;».
«Θέλω να μάθω να ψαρεύω με το καλάμι» του λέω.
«Ε, τότε να πας στη Γλυκιά να κόψεις ένα ίσιο καλάμι, να το καθαρίσεις και να έρθεις να σου δείξω» μου λέει. (Η Γλυκιά ήταν μια πηγή που έβγαζε ωραίο γλυκό νερό και πηγαίναμε και παίρναμε όλοι για να πίνουμε. Γύρω από την πηγή το μέρος ήταν γεμάτο καλάμια).
Φυσικά την άλλη μέρα πήγα στο στέκι του κ. Γιάννη με το καλάμι και τον περίμενα να έρθει. Όταν με είδε μου χαμογέλασε για πρώτη φορά και μου είπε να του δώσω το καλάμι. Λίγο μετά μου είχε δέσει στο καλάμι μου μια αρματωσιά με τον ανάλογο φελλό και τη σαλαγγιά και δίνοντάς μου μια χούφτα ψωμοτύρι μου έδειξε πώς έπρεπε να το βάλω στη σαλαγγιά.
Λίγες ημέρες μετά, κάτω από τις συμβουλές του κ. Γιάννη είχα γίνει ένας εξπέρ στο απίκο και άνοιξα τα «φτερά» μου για να πάω πλέον να ψαρέψω μόνος μου σε άλλο μέρος που μου είχε υποδείξει ο ηλικιωμένος φίλος μου.
Εκείνα τα χρόνια όσοι ψαρεύαμε από τη στεριά είχαμε ένα ξύλινο σκαμνάκι στο οποίο καθόμαστε και ταυτόχρονα ήταν και το «βαλιτσάκι» μέσα στο οποίο είχαμε τα χρειαζούμενα για το κάθε ψάρεμα. Μέσα σε αυτό το σκαμνάκι / βαλιτσάκι, που μου το είχε φτιάξει ο πατέρας μου πολύ μερακλίδικο, έβαλα τις αρματωσιές μου, το ψωμοτύρι που είχα ετοιμάσει και τα υλικά που μου περίσσεψαν από το ζυμάρι που έφτιαξα για δόλωμα. Τη ρέγγα τότε την κόβαμε σε πολύ μικρά κομμάτια τα οποία τα λιώναμε και τα βάζαμε μέσα στο ζυμωμένο ψωμοτύρι για να πάρει μυρωδιά και να κάνει «λαδιά». Έτσι με είχε καθοδηγήσει ο κ. Γιάννης. Την υπόλοιπη ρέγγα, μαζί και με αρκετό μπαγιάτικο ψωμί και λίγα τρίματα τυριού τα παίρναμε μαζί ώστε αν τέλειωνε το δόλωμα να μπορέσουμε να φτιάξουμε καινούργιο για να συνεχίσουμε το ψάρεμα. Παίρναμε μάλιστα μαζί και ένα μικρό κουβαδάκι δεμένο με σχοινάκι ώστε να μπορούμε να «πιάσουμε» νερό από τη θάλασσα όταν ψαρεύαμε σε ψηλό μουράγιο.
Εξοπλισμένος με όλα αυτά πήγα νωρίς το πρωί στο μέρος που μου είχε συστήσει ο κ. Γιάννης, έριξα λίγο ψωμοτύρι για μαλάγρα και άρχισα να ψαρεύω. Το μέρος ήταν σχετικά παρθένο και το τι κεφαλόπουλο μαζεύτηκε σε λίγο ήταν άνευ προηγουμένου. Δεν προλάβαινα να πιάνω.
Είχα πιάσει ένα σωρό ψάρια, είχε περάσει το μεσημέρι και εγώ δεν έλεγα να φύγω. Πλησίαζε το απόγευμα όταν εκεί που ψάρευα ήρθε ένας κύριος με την κόρη του να χαζέψει τον μικρό ψαρά. Μόλις είδε τα ψάρια που είχα βγάλει μου λέει:
«Έχεις πολύ ρέντα μικρέ!».
Τη λέξη αυτή δεν την είχα ξανακούσει ποτέ και γύρισα και τον κοίταξα απορημένος. Μέχρι σήμερα θυμάμαι το βλέμμα και το χαμόγελο αυτού του ανθρώπου που μόλις τον είδα έμεινα με το στόμα ανοιχτό, γιατί ήταν ο ονομαστός Φυλαχτός, πρώην δόξα του Παναθηναϊκού και τώρα προπονητής της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ναυπλίου τον «Παναυπλιακό». Το να σου δώσει σημασία ένα τέτοιο μυθικό πρόσωπο εκείνα τα χρόνια ήταν μεγάλη υπόθεση. Θα πρέπει να κατακοκκίνισα και δεν κατάφερα ούτε να τον ρωτήσω τι σήμαινε η λέξη «ρέντα» που μου είπε. Αυτός στάθηκε δίπλα και παρακολουθώντας το ψάρεμά μου, εξηγούσε συνέχεια στη μικρή του κόρη τι γινόταν. Το μικρό κοριτσάκι πανηγύριζε και χτύπαγε χαρούμενο τα χέρια του κάθε φορά που έβγαζα ένα καινούργιο κεφαλόπουλο και φυσικά εγώ φούσκωνα σαν διάνος από περηφάνια. Η ώρα πέρναγε και ο κ. Φυλαχτός δεν έλεγε να φύγει και είχε πάει πια αργά το απόγευμα. Το στομάχι μου είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται από ώρα, αλλά επειδή δεν ήθελα να σταματήσω το ψάρεμα όση ώρα είχα δίπλα μου το σπουδαίο αυτό ακροατήριο, τσίμπαγα συνέχεια με το χέρι μου τη ρέγγα που είχα στο κασελάκι κάτω από τα πόδια μου, μαζί με λίγο από το ξερό ψωμί και κανένα κομματάκι τυρί για να ξεγελάω την πείνα μου.
Κάποια στιγμή σκαλίζοντας με το χέρι μου αντιλαμβάνομαι ότι το έτοιμο ψωμοτύρι είχε τελειώσει και απέμενε πολύ λίγο, ίσα - ίσα μια - δυο το πολύ δολωσιές. Για να συνεχίσω το ψάρεμα και να μην δυσαρεστήσω τους «υψηλούς» μου θεατές έπρεπε να φτιάξω καινούργιο δόλωμα. Τους εξήγησα την κατάσταση και ότι θα χρειαστεί να κάνω μια διακοπή για … τεχνικούς λόγους, αλλά ο κ. Φυλαχτός αντί να δυσαρεστηθεί μου είπε:
«Α, ευκαιρία να δούμε και πώς φτιάχνεις το δόλωμά σου».
Έριξα το κουβαδάκι στη θάλασσα, έπιασα νερό στην λεκανίστα και έβαλα το χέρι μου στο κασελάκι να βγάλω τη ρέγγα, το τυρί και το ψωμί.
Το μόνο που υπήρχε ήταν ένα μικρό κομματάκι ψωμί και το κεντρικό κόκκαλο της ρέγγας σχεδόν τελείως απογυμνωμένο! Τα υπόλοιπα τα είχα ήδη … εξαφανίσει!


Υ.Γ.: Το ψάρεμα με καλάμι απίκο είναι ένα ψάρεμα που ακόμη και σήμερα με συγκινεί ιδιαίτερα. Στη βάρκα μου έχω μόνιμα ένα τηλεσκοπικό καλάμι 8 μέτρων και δεν είναι λίγες οι φορές που ψαρεύω με αυτό σε απόμερα μέρη, αράζοντας τη βάρκα μου και ψαρεύοντας μέσα από αυτήν. Είναι κάτι σαν το ανέκδοτο που λέει ότι οι Πόντιοι αγοράζουν δυο πλυντήρια για να βάζουν επάνω τους τη σκάφη για να πλένουν τα ρούχα.
Οι ακόλουθοι χρήστες είπαν "Σε Ευχαριστώ": Γιάννης , vasilis moystakas, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, nickzick, ΣΤΑΥΡΟΣ

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Συντονιστές: Δημήτρηs ΚουζούπηsΠαπακωστας Δημητρης (tselikas)Γιαννης (STAY_ALIVE)Φώτης Σαρρηγεωργίου
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.245 δευτερόλεπτα

© 2004 - 2026 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection