Περιβαλλοντική πολιτική υπό... εξαφάνιση / της Χριστίνας Λιακοπούλου
Αναδημοσίευση από τον «Κόσμο του Επενδυτή»
Έως και 163 είδη ζώων ενδέχεται να προστεθούν στο «κόκκινο βιβλίο» με τα απειλούμενα είδη της ελληνικής πανίδας. Την ίδια στιγμή, η αδιαφορία και η έλλειψη οικονομικών πόρων απειλούν με καταστροφή τα εθνικά πάρκα της χώρας μας
Όταν κάποιο είδος χάνεται, μαζί του παίρνει ένα κομμάτι της γενετικές και εξελικτικής ιστορίας εκατοντάδων χρόνων, που θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμη πηγή γνώσεων για τον άνθρωπο. Δυστυχώς, τα αίτια της εξαφάνισης είναι αποκλειστικά ανθρωπογενή.
Στις 22 Μαΐου είναι η «παγκόσμια ημέρα βιοποικιλότητας», ημέρα ευαισθητοποίησης για την παγκόσμια χλωρίδα και πανίδα. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, το 12% του συνόλου των πτηνών του πλανήτη και το 10% των ζώων απειλούνται με εξαφάνιση.
Στην πρώτη έκδοση του «κόκκινου βιβλίου» για την ελληνική πανίδα, που είχε δημοσιευτεί το 1992 είχαν συμπεριληφθεί 21 ψάρια του γλυκού νερού, 7 ερπετά, 1 αμφίβιο, 74 είδη πουλιών (+6 που είχαν εξαφανιστεί από την Ελλάδα) και 108 θηλαστικά.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, επιχειρείται μια πρώτη αναθεώρηση του «κόκκινου βιβλίου», η οποία κα αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το φθινόπωρο. Την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος έχει αναλάβει η «ελληνική ζωολογική εταιρεία» σε συνεργασία με το WWF Ελλάς, την «ελληνική ορνιθολογική εταιρεία», την «ελληνική ερπετολογική εταιρεία» και το «ινστιτούτο σπηλαιολογικών ερευνών Ελλάδας».
Αναμένεται να αξιολογηθούν 59 είδη ψαριών του γλυκού νερού, 6 αμφίβια, 23 ερπετά (3 θαλάσσιες χελώνες, 1 χερσαία, 1 νεροχελώνα, 11 σαύρες και 7 φίδια) και 75 θηλαστικά.
«Έμφαση Θα δοθεί στην αξιολόγηση της κατάστασης ειδών που περιλαμβάνονται στο παλαιότερο "κόκκινο βιβλίο", το διεθνές, και σε μεσογειακές αξιολογήσεις», δηλώνει στον «Κόσμο του Επενδυτή» (ΚτΕ) η κ. Παναγιώτα Μαραγκού, συντονίστρια επιστημονικής τεκμηρίωσης στο WWF Ελλάς.
Απειλούμενα είδη
Το τσακάλι (Canis aureus): ζει σε ελάχιστες περιοχές των Βαλκανίων, ενώ από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) απαντάται μόνο στη χώρα μας.
Η καρέτα-καρέτα (Caretta caretta): είναι το μόνο είδος θαλάσσιας χελώνας που αναπαράγεται στην Ελλάδα, όπου βρίσκονται και οι πιο σημαντικοί βιότοποι του είδους στη Μεσόγειο.
Ο μαυρόγυπας (Aegypius monachus): είναι ο μεγαλύτερος γύπας της Ευρώπης. Οι κυριότεροι πληθυσμοί του βρίσκονται στην Ιβηρική Χερσόνησο και στα Βαλκάνια.
Το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica): ζει σε απομακρυσμένες περιοχές στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η καφέ αρκούδα (Ursus arctos): είναι το μεγαλύτερο χερσαίο Θηλαστικό της Ευρώπης. Οι πληθυσμοί της εντοπίζονται στα δάση της Βόρειας Ελλάδας.
Η οχιά της Μήλου (Macrovipera schweizeri): από τα 90 είδη ερπετών της Ευρώπης, πάνω από τα μισά βρίσκονται στην Ελλάδα και μεταξύ τους πέντε είδη οχιάς, με πιο σπάνια τη Macrovipera schweizeri, την κόκκινη οχιά, που ζει στις δυτικές Κυκλάδες και κυρίως στη Μήλο.
Καταφύγια
Τα εθνικά πάρκα είναι προστατευόμενες περιοχές και λειτουργούν ως καταφύγιο της χλωρίδας και της πανίδας, δυστυχώς όμως αυτό δεν γίνεται πράξη.
«Στη χώρα μας έχουν οριστεί 234 περιοχές "νατούρα 2000", οι οποίες καλύπτουν συνολικά το 18% της χερσαίας επιφάνειας της Ελλάδας, δηλαδή περίπου 2,360,000 εκτάρια, χωρίς να περιλαμβάνονται οι αμιγώς θαλάσσιες περιοχές», δηλώνει στον «ΚΤΕ» ο κ. Γιώργος Σφήκας, επίτιμος πρόεδρος στην «ελληνική εταιρεία προστασίας της φύσης» και ερευνητής της ελληνικής φύσης και συμπληρώνει: «δυστυχώς, όμως, τα εθνικά πάρκα λειτουργούν περισσότερο στα χαρτιά και λιγότερο ουσιαστικό, καθώς δεν υπάρχουν οικονομικοί πόροι για την επαρκή συντήρησή τους».
«Υπάρχουν μεγάλες ελλείψεις στο προσωπικό των εθνικών πάρκων. Πριν από λίγο καιρό έγινε πρόσληψη 250 ατόμων, αριθμός πραγματικά μικρός, εάν σκεφτεί κάποιος ότι συνολικά λειτουργούν 27 φορείς διαχείρισης εθνικών πάρκων. Και το δυστύχημα είναι ότι οι συγκεκριμένες προσλήψεις είναι προσωρινές, καθώς χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από κοινοτικά κονδύλια και όχι από τον ελληνικό προϋπολογισμό», τονίζει στον «ΚτΕ», ο κ. Κίμωνας Χατζημπίρος, επικεφαλής στο «εθνικό πάρκο Σχοινιά» και αναπληρωτής καθηγητής στο «εθνικό μετσόβιο πολυτεχνείο» (ΕΜΠ).