Σάββας πήγε μερικά μέτρα δεξιότερα να δει κι' εκεί ,αλλά κι΄ εκεί μια από τα ίδια, τα ψάρια δε να τσιμπάνε σαν τρελά, αλλά εμείς να μην είμαστε ικανοί να φέρουμε ούτε ένα έξω, με τα πολλά εγώ αποφάσισα απογοητευμένος να την πέσω στην καρέκλα για ύπνο, ο Σάββας εξακολούθησε να δένει και να κόβει αρματωσιές, μέχρι που τελικά άρχισε να ρίχνει στα ρηχά, καμιά δεκαριά μέτρα από την ακτή δηλ - τα νερά ήταν πολύ βαθιά εκεί, σε 20 25- μέτρα απο την ακτή το βάθος θα ήταν όσο και το μήκος - και έτσι έβγαλε και 5-6 σαργουδάκια πάνω από 300 γρμ.
Κατά τις 6,30 το πρωί άνοιξα τα μάτια μου κι' εγώ, και αντίκρισα την νέα μέρα που ξεκινούσε, και τον Σάββα αποκαμωμένο στην διπλανή πολυθρόνα να κοιμάται - τα είχε παίξει ο άμοιρος όλη την νύχτα με το 'ράβε ξήλωνε' έφτιαξα καφέ, πήγα την Σκυλίτσα για κατούρημα, και άρχισα να φτιάχνω μια νέα αρματωσιά να δολώσω και να ρίξω....ώσπου ξαφνικά από τα αριστερά μου και ανάμεσα από τις βάρκες να βγαίνει ένα μικρό ξύλινο βαρκάκι με έναν πιτσιρικά επάνω και ...............ξέρετε τι έκανε ο διάολος αυτός χαράματα Σαββάτου ;;; .....άρχίσε να μαζεύει δίχτυαααα !! πού ; μέσα στο λιμανάκι, γύρω από τις βάρκες.....και καθώς μάζευε, ερχόταν προς τα εμάς, ξυπνάω τον Σάββα - μάλλον ξύπνησε από μόνος του από τον παφλασμό της βάρκας που ήδη ήταν στα 15 μέτρα από μας, και τον αρχίσαμε στις καλημέρες, εκείνο που είδα, ήταν πως στο δίχτυ σήκωνε ψάρια, και μάλιστα μεγαλούτσικα, σαργούς και, λυθρίνια, και αφού τον είχαμε ήδη μαλώσει για το πού έριχνε δίχτυα και μας είπε πως όλοι εδώ μέσα τα ρίχνουνε χρόνια τώρα, ξαφνικά μας λεει σηκώνοντας το δίχτυ - να και μια συναγρίδα, η αλήθεια ήταν πως κάτι σαν να είδα που να έμοιαζε με τέτοια αλλά είχε απομακρυνθεί κάμποσο και ή βάρκα είχε γυρίσει και κάπως και έτσι δεν μπορώ να το πω με σιγουριά πως ήταν συναγρίδι, αλλά δεν μπορώ και να το απορρίψω, τέλος πάντων ήπιαμε τον καφέ μας ενώ κοιτούσαμε τον διάολο που μας είχε χαλάσει ( μάλλον ένα αποδοτικό ψάρεμα ) και αποφασίσαμε να δούμε τι θα κάνουμε με το κολλημένο στα βότσαλα αμάξι, γιατί η αλήθεια είναι πως η όρεξη για ψάρεμα μας είχε φύγει.
Αφού το συζητήσαμε λίγο και αφού στο λιμανάκι είχαν έρθει κάτι εργάτες και είχαν εκεί μεγάλο αμάξι, αλλά και μια μπουλντόζα, αποφάσισε ο Σάββας να πάει εκεί και να τους παρακαλέσει να μας κάνουνε ένα τράβηγμα, αλλά οι τύποι δεν έκαναν χάρες, έτσι δεν είχαμε άλλη λύση από το να καλέσω την οδική βοήθεια, έτσι και έκανα, και αφού το παιδί της οδικής μου είπε πως θα ερχόταν από Ναύπλιο αν θυμάμαι καλά, είπαμε να πάμε να μαζέψουμε τα πράγματα να τα έχουμε φορτωμένα στο αμάξι ώστε να ήμαστε έτοιμοι, αφού μαζέψαμε τα πράγματα και όλα ήταν τακτοποιημένα και περιμέναμε την οδική να έρθει πήγαμε και κάτσαμε σε μια σκιά να μην μας βαράει ο ήλιος, εκείνη την ώρα - θα ήταν περίπου 9 είχαν αρχίσει να ξυπνάνε και οι λίγοι.....αλλά κακοί άνθρωποι, και ξέρετε γιατί τους αποκαλώ έτσι ; και ας με συγχωρήσουν οι συντοπίτες τους, γιατί παιδιά αφού τους καλημερίσαμε με χαμόγελο, αυτοί μας κοιτούσαν με μισό μάτι γιατί ήμασταν ξένοι, δεν έχω ξαναδεί τόση κακία να βγαίνει από άνθρωπο, όταν δε τους λέγαμε μήπως μπορούν να μας βοηθήσουν να τραβήξουμε το αμάξι κάποιοι από αυτούς χωρίς αστεία μας διαολόστειλαν, κάποιος άλλος μας - είπε καλά να πάθετε, τι δουλειά έχετε εδώ !!!! μέχρι που μου ήρθε να αμολήσω το λύκο ελεύθερο και όποιον πάρει ο χάρος, αλλά κρατήθηκα.
Κι' εκεί που σχολιάζαμε με τον Σάββα αυτές τις συμπεριφορές, εμφανίζετε ένας τύπος που μας είπε πως ήταν ο εργοδηγός εκεί στο εργοτάξιο, και άκουσε τι λέγαμε και τι μας λέγανε, και πως είναι 'καθίκια' όλοι λεει εδώ, και μας πρότεινε να μας τραβήξει με τον εκσκαφέα που ήταν εκεί, αφού λοιπόν ήρθε κοντά στο αμάξι, δέσαμε στον κοτσαδόρο μου το σχοινί και μας έδωσε μια και μας έβγαλε........δόξα τον πανάγαθο, του είπαμε να του δώσουμε 'κάτι' αλλά επ ουδενί, έτσι τον ευχαριστήσαμε μπήκαμε στο αμάξι και ξεκινήσαμε να φύγουμε, στον δρόμο σκεφτόμασταν ποίες εναλλακτικές είχαμε για να συνεχίσουμε το ψάρεμα μας σε άλλο τόπο, έτσι έβγαλα το τετράδιο με τις σημειώσεις που κρατάω και αρχίσαμε να κοιτάζουμε ποια μέρη θα μπορούσαν να μας δώσουν περισσότερες πιθανότητες, έτσι είχαμε να αποφασίσαμε να πάμε από παραλία Άστρους, ξηροπήγαδο, Κίβερι, Μύλοι, μέρη που κατά καιρούς όλο και κάποιο ψαράκι παίρναμε, είπαμε να σταματήσουμε στην παραλία του Άστρους πρώτα αφού ακόμα ήταν νωρίς, και αν σε μια δύο ώρες δεν παίρναμε τίποτα να φεύγαμε για αλλού, έτσι και έγινε, φτάσαμε στο Άστρος και η παραλία δεν είχε καθόλου κόσμο, βρήκαμε ένα ωραίο σημείο δεξιά και κοντά στα βράχια, είχαμε και το αμάξι δίπλα, και αρχίσαμε να στήνουμε ,με το που ρίχνει ο Σάββας, παίρνει τσιμπιές, και σε μερικά λεπτά φέρνει έξω δυο φαγροπουλάκια παλαμιάρικα, αυτό μας ανέβασε κάπως, και έτσι είπαμε να ρίξουμε όλα τα καλάμια μέσα, και τα 6, άρχισα λοιπόν να αρματώνω ένα ένα τα καλάμια και να τα δολώνω, ενώ ο Σάββας τα έριχνε μέσα, σε κάποια στιγμή στο ένα καλάμι χτυπάει το καμπανάκι του και αφού το πήρα στα χέρια πήρα έξω μια καλή τσιπούριτσα μισόκιλη περίπου - λεω μέσα μου πως εδώ το βράδυ θα γίνει χορός, θα αποζημιωθούμε για ότι πάθαμε το προηγούμενο, αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο μάλλον, γιατί σε λίγη ώρα και αφού είχαμε όλα τα καλάμια στο νερό, επικράτησε απόλυτη σιωπή, η ώρα θα ήταν περίπου 4,30, και ενώ καθόμουν με τον καφέ που μόλις είχα φτιάξει στο τραπεζάκι,....μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον μέχρι εκείνη την ώρα σχεδόν καθαρό ουρανό, 'ψυλλιάστηκα' βροχή, ο Σάββας ωστόσο είχε εδώ και κάμποση ώρα ξαπλώσει στο αμάξι για να πάρει κανένα υπνάκο ώστε να αντέξει την νύχτα που θα ερχόταν......!!!!
Mέσα σε λίγα λεπτά άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες, ενώ εγώ έτρεχα να μαζέψω όσα πράγματα ήταν έξω να μην γίνουν μούσκεμα, κατάφερα να τα περισώσω από την βροχή, αλλά εγώ δεν την γλίτωσα και έγινα μουσκίδι, το ίδιο και η 'Φαίδρα' που δεν μαζευόταν μέσα στο αυτοκίνητο αφού το ζώο ήθελε να παίξει και πλατσούριζε πότε μέσα στην θάλασσα πότε στην βροχή, αφού σταμάτησε μετά από καμία ώρα, και τα είχε κάνει όλα να στάζουν, και αφού τα καλάμια ήταν ακίνητα εδώ και ώρα, αφού είχε ξυπνήσει και ο Σάββας, συσκεφτήκαμε ξανά, και αποφασίσαμε να την κάνουμε και να πάμε προς την Κόρινθο έτσι ώστε και κοντά στο σπίτι να είμαστε, αλλά και να ήμαστε εκεί λίγο νωρίς μπας και κάνουμε τίποτα σε ένα μέρος που μας έδινε ψαράκια, έτσι τα φορτώσαμε ξανά μανά, και άντε πάλι στον δρόμο, ........
Όμως όταν δεν σε πάει.......το έχει αποφασίσει να μην σε πάει με τίποτα, και καθώς ανέβαινα τις στροφές προς το Άργος κοιτάζω την βελόνα στην θερμοκρασία στο όργανο του αυτοκινήτου και αυτή ήταν σαν να ήθελα να πηδήξει έξω από το γυαλί, η θερμοκρασία στο τέρμα κόκκινα !!!.....αμάν λεω του Σάββα την κάναμε, δεν τελείωσαν οι περιπέτειες, σταματάω το αμάξι στα δεξιά του δρόμου και περιμένω λιγάκι να κρυώσει και να ανοίξω την τάπα να βάλω νερό, αφού μπόρεσα να ανοίξω την τάπα του ψυγείου, άρχισα να προσθέτω νερό........αλλά μου λεει ο Σάββας - μην βάζεις νερό, τρέχει όλο από κάτω......πάγωσα παιδιά.....λεω πάει ,κανένα κολάρο τρύπησε και άντε τώρα να βρούμε άκρη, κοιτάζω τα κολάρα ......όλα ήταν οκ, τι στο καλό συμβαίνει γαμώτο ; κοιτάζω από κάτω......ποτάμι το νερό, έτρεχε σαν να έβγαινε μέσα από την μηχανή...δεν μπορούσα να καταλάβω, κάποια στιγμή - δεν ξέρω πως - η θερμοκρασία έπεσε στα κανονικά επίπεδα, αμέσως και χωρίς δεύτερη κουβέντα μπες του λεω του Σάββα να βρούμε κανένα βενζινάδικο, σε λίγα όμως χιλιόμετρα η θερμοκρασία πάλι στα κόκκινα, τώρα λεω δεν σταματάω – είχε και κατηφόρες – σε μερικά χιλιόμετρα βλέπουμε δεξιά μας βενζινάδικο, κόβω και μπαίνω εκεί, το σταματάω κάπου να μην ενοχλώ και ρωτάω που έχουν νερό, αλλά και κανένα από εκείνα τα χημικά που ρίχνουν μέσα σε περίπτωση διαρροής – φώκιες τα λένε – αλλά δυστυχώς φώκιες δεν είχαν όμως νερό, έβαλα νερό όσο χρειαζόταν, γέμισα και μερικά 2λιτρα μπουκάλια και τους ρώτησα που κοντά είχε σταθμό Οδικής Βοήθειας, μου απάντησαν πως σε καμιά 10αριά χλμ είχε σταθμό Οδικής, μπήκαμε μέσα και ξεκινήσαμε ξανά, σε μερικά χλμ το σκηνικό επαναλαμβάνετε με την θερμοκρασία εντελώς επάνω, ακόμα και από το όριο – δεν θα σταματούσα μέχρι να φτάσω στον σταθμό – όπως και έγινε, τελικά αφού το κοίταξαν εκεί τα παιδιά, μας είπαν και το μαντάτο, μάλλον τρόμπα νερού, πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να μεταφερθεί στην Αθήνα, λεω του Σάββα πως ψάρεμα τέλος, και ότι θα έπρεπε να δούμε τώρα τι θα κάναμε, θα μέναμε κάπου στο Άργος και θα επιστρέφαμε αύριο η θα φεύγαμε σήμερα, σήμερα αλλά με τι να φύγουμε, αποφασίσαμε να μέναμε σε ένα ξενοδοχείο και να επιστρέφαμε αύριο, αρκετή ταλαιπωρία είχαμε φαει – όμως είχαμε μαζί μας και το σκυλί, και κανένα ξενοδοχείο δεν μας δεχόταν με το ζώο……άντε να μην πω τίποτα βαρύ τώρα, δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω μόνο του το σκυλί κι’ εμείς να πάμε σε ξενοδοχείο, με τίποτα, τελικά μετά από καμιά ώρα που ψάχναμε, δεν υπήρχε άλλη λύση από το να νοικιάσουμε ένα αμάξι και να πάμε στα σπίτια μας, άρχισαν πάλι τα παιδιά από την οδική να προσπαθούν μέσο γνωστών να βρουν κάποιο γραφείο ανοιχτό – βλέπετε Σάββατο βράδυ ήταν και η ώρα περίπου 10 – τελικά μετά από αρκετή ταλαιπωρία βρήκαμε ένα αμάξι όπου θα το έφερνε κάποιος από το Ναύπλιο, έτσι είπαμε πως εντάξει λύθηκε το πρόβλημα, τέλος καλό όλα καλά….αμ Δε !!!
....άκουσον άκουσον…..επιμένανε να τους πληρώσουμε με κάρτα – ωστόσο εμείς δεν είχαμε μαζί μας κάρτες, είχαμε όμως μετρητά….όχι, δεν ήθελαν μετρητά, εκεί αυτοί να βρούμε να τους πληρώσουμε με κάρτα, και παιδιά εδώ αρχίζει το καλό και το απίστευτο της όλης ιστορίας…….τόση ώρα που εμείς παιδευόμαστε να βρούμε ξενοδοχείο, και στην συνέχεια αυτοκίνητο, είχε έρθει ένα γερανοφόρο της οδικής με ένα ζευγάρι που είχαν ένα τροχαίο, και κάποια στιγμή ήρθε και ένας τύπος – συγγενείς του ζευγαριού(θείος όπως μάθαμε στην συνέχεια) – ώστε να τους μεταφέρει στο σπίτι αφού το αμάξι τους δεν μπορούσε να κινηθεί, εμείς δεν είχαμε δώσει σημασία μέσα στον γενικότερο χαμό, αλλά εκείνος φαίνεται πως παρακολουθούσε την όλη υπόθεση, και κάποια στιγμή που μας άκουσε να λέμε στο τηλέφωνο πως δεν έχουμε κάρτα να πληρώσουμε, αλλά έχουμε μετρητά, και τον άλλον από την άλλη γραμμή να επιμένει, ζήτησε να πάρει το τηλέφωνο και άρχισε να του μιλάει αυτός, και να του λεει πως είχε αυτός κάρτα και θα έδινε την δικιά του, εγώ ακούγοντας τον να λεει κάτι τέτοιο, του έκανα νόημα πως δεν υπήρχε λόγος να κάνει κάτι τέτοιο, δεν γνωριζόμασταν καν, εντελώς άγνωστοι, τελικά αφού έκανε αυτός την συνεννόηση με το γραφείο ενοικιάσεως και έκλεισε το τηλέφωνο χαιρετηθήκαμε και τον ευχαριστήσαμε για την τόσο ευγενική του χειρονομία, του είπαμε ασφαλώς πως θα του δίναμε μετρητά αυτά που θα πλήρωνε από την κάρτα του, τελικά περιμέναμε κανένα μισάωρο μέχρι να έρθει ο άνθρωπος με το αμάξι, και σε λίγο νάτος !!!
-Eκεί λοιπόν που ετοιμαζόμαστε να μεταφέρουμε κάποια από τα πράγματα στο ενοικιαζόμενο, λες και ήταν βαλτή αρχίζει η Φαίδρα να γαβγίζει, γυρνάει αυτός……..κοιτάζει το σκυλί…..- Δεν πιστεύω να είναι δικό σας το σκυλί ..ρωτάει με νεύρα …….λεω - ναι είναι δικό μας είναι αλλά θα το βάλουμε να κάτσει στο πάτωμα και δεν θα λερώσουμε καθόλου το αμάξι, άλλωστε όταν θα το παραλάβει αύριο ο άνθρωπός σας από την Αθήνα θα το ελέγξει και αν έχει και το παραμικρό θα μας χρεώσετε και το καθάρισμα, ……….ανένδοτος ο τύπος………..μπαίνει μέσα στο αμάξι και εξαφανίζετε εν ριπή οφθαλμού.. μείναμε….. μ…ες να κοιτάμε και την τελευταία μας ελπίδα για επιστροφή στην Αθήνα να εξανεμίζετε, το τι μπινελίκι του ρίξαμε δεν μπορώ να αναφέρω, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, κάποια στιγμή, και εκεί που είχα κάτσει στο πεζοδρόμιο και προσπαθούσα να βρω κάποια λύση, νοιώθω από πάνω μου τον τύπο που είχε προσφερθεί με την κάρτα, μου λεει - έλα, πάμε μαζί μέχρι το σπίτι μου, να αλλάξω αμάξι και θα επιστρέψουμε εδώ……..δεν πολυκατάλαβα τι εννοούσε από τα νεύρα μου, δεν είχα καλή αντίληψη των πραγμάτων εκείνη την ώρα, ωστόσο, σηκώθηκα, είπα στον Σάββα να περιμένει και πως πάμε με τον Σπύρο – έτσι τελικά έλεγαν τον τύπο – και θα επιστρέψουμε, έτσι και έγινε, μπήκαμε στο αμάξι του εγώ, και το ζευγάρι –τα ανίψια του – και κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα αγροτόσπιτο που ήταν μέσα σε ένα κτήμα 5-6 στρεμμάτων, αφού ο Σπύρος κατέβηκε και πήγε στην οικογένειά του, έμεινε μαζί μου ο ανιψιός του, και κει που μιλούσαμε τον ρωτάω……για πες μου σε παρακαλώ γιατί είμαι λίγο ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνω, τι γίνετε εδώ ; με κοιτάζει και χαμογελάει, και μου λεει – Θα πάρετε το αγροτικό και θα πάτε Αθήνα….έμεινα κάγκελο…..όπως το ακούτε , έμεινα κάγκελο, λεω, - δεν κατάλαβα ακόμα πως θα πάμε Αθήνα, εκείνη την στιγμή έρχεται και ο Σπύρος, μου λεει έλα, και μπαίνουμε σε ένα αγροτικό Ford θυμάμαι ήταν από εκείνα τα θηρία, ολοκαίνουργιο, επιστρέφουμε στο γραφείο της Οδικής όπου Λάιο στον Σάββα πως ο Σπύρος θα μας πάει Αθήνα.
Oπως καταλαβαίνετε κι’ αυτός έμεινε κάγκελο, τέλος πάντων μεταφέραμε όσα πράγματα μας ήταν χρήσιμα στην καρότσα του αγροτικού, ο Σπύρος τα έδεσε, ο Σάββας Μπήκε εμπρός κι’ εγώ με την Φαίδρα στο πίσω κάθισμα όπου είχαμε στρώσει ένα σεντόνι, και ξεκινήσαμε….στο δρόμο συζητήσαμε πολλά και διάφορα, και σε ¾ πάρκαρε ο Σπύρος έξω από το σπίτι μου, κατεβάσαμε τα πράγματα και χαιρετηθήκαμε, προσπάθησα να του δώσω έστω τα έξοδα για τα καύσιμα, αλλά ήταν ανένδοτος, και έτσι αφού υποσχέθηκα να το ανταποδώσω στον βαθμό που γίνεται να ανταποδώσει κανείς κάτι τόσο …….μεγάλο, κάτι ΄τόσο σπουδαίο, γιατί παιδιά για μένα αυτό που μας συνέβη ήταν πράγματι μια σπουδαία ανθρώπινη πράξη, που δείχνει το μεγαλείο της ψυχής, και που έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις, αυτός ξαναπήρε τον δρόμο της επιστροφής για το Άργος.
Τέλος καλό όλα καλά.
Θέλω και δημόσια να ευχαριστήσω αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο και να του πω πως η πρώτη μεγάλη τσιπούρα που θα ψαρέψω θα είναι δικιά του, όπως του το υποσχέθηκα.
Να σημειώσω πως ο Σπύρος ο Καχρημάνης εκείνη την ημέρα είχε κανονίσει να βγει για φαγητό με την οικογένειά του, ραντεβού που ασφαλώς ακύρωσε, αφού επέστρεψε στο σπίτι του μετά τις 1,30 τη νύχτα, και επίσης να σημειώσω πως έχει τη ιδιότητα του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της Αργολικής κοινοπραξίας αγροτικών συνεταιρισμών
Φίλε Σπύρο σε ευχαριστούμε και πάλι μέσα από την καρδιά μας.
Να είσαι πάντα καλά
[move]Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι .[/move]
Η παραπάνω Αφήγηση έγινε γιατί σαν πέρυσι στις 19-20 -21 Οκτωβρίου είχε κανονιστεί αυτή η ψαρευτική εξόρμηση, είναι δηλ σαν μια 'επέτειος' και αφορμή να εκφράσω ξανά τις ευχαριστίες μου σ'αυτόν τον ΑΝΘΡΩΠΟ, το λιγότερο που μπορώ να κάνω.
Φιλικά
Βασίλης