Ερώτηση Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες

30/01/2009 12:11 #1 από vasilios
Ο Καπετάν Σορόκος  και οι ψευτοψαράδες

…..Τον έβλεπα από  ώρα , από νωρίς που με τον πάππο μου πήγαμε κείνο το απόγευμα να με φιλέψει παγωτό χωνάκι στα καφενεία εκεί στην παραλία,. τρεις μπάλες μού’ βαλε, κακάο, βύσσινο και βανίλια, θα’ μουν δεν θα’ μουν στα 12 όμως από πάντα μου και ,μέχρι σήμερα, με κάθε ευκαιρία βρίσκομαι στο χωριό, πολλά έχουν αλλάξει από τότες, ακόμα και αυτή η γαλανή έχασε την γυαλάδα τις, τότες με πήγαιναν στο όμορφο χωρίο οι γονείς μου από βρέφος, έτσι το αγάπησα, αγάπήσα το κάθε τι του, τα όμορφα βαμμένα άσπρα σπιτάκια του με τα μπλε και πράσινα παραθυρόφυλλα, αγάπησα τις νυχτερινές ευωδιές από τα γιασεμιά και από τα νυχτολούλουδα καθώς τερχαλάγαμε πάνω κάτω με την υπόλοιπη ‘’μαρίδα’’ – έτσι μας έλεγαν οι μεγαλύτεροι – τα βραδάκια και ταρακουνούσαμε με τις διαβολοφωνές μας τα σοκάκια του μικρού χωριού  από το βουνό μέχρι και τα πρώτα βότσαλα, αγάπησα τους φτωχικούς χωριανούς μου – πολλοί σήμερα δεν υπάρχουν – αγάπησα εκείνη την απίστευτα αξέχαστη γεύση του παγωτού που με φίλευε ο πάππος μου, μα αγάπησα πιότερο από όλα και αυτή η αγάπη ξεχωρίζει από τις άλλες αγάπες μου, την θάλασσα, αγάπησα την αύρα της καθώς μου γέμιζε την ψυχή με αλμύρα και ιώδιο, αγάπήσα την όμορφη γαλήνια έκφραση της όταν μας καλωσόριζε τα πρωινά να χωθούμε στην αγκαλιά της μαζί με του υπόλοιπους πιτσιρικάδες και να κάνουμε παιχνίδια ένα σωρό με τα φιλόξενα γαλάζια της νερά, καθώς εμείς χοροπηδούσαμε και την χτυπούσαμε με χέρια και με πόδια, αυτή πάντα μας καλωσόριζε και πάντα ευπρόσδεκτη να μας αγκαλιάσει, αγάπησα αυτή την θάλασσα ακόμα κι όταν θυμωμένη απ το βοριά έσκαγε με μανία τα μεγάλα κι αφρισμένα τις κύματα επάνω στον υποτυπώδη τότε λιμενοβραχίονα, και τα δροσερά νερά της έφταναν μέχρι και το καφενείο του Γιωρή, θυμάμαι τα βαρκάκια -τα διπλωδέναν οι ψαράδες οσμισμένοι την κακοκαιρία που ερχόταν -, και τα κοίταζα να χοροπηδάνε μέσα στο μικρό λιμανάκι μέσα από την τζαμαρία του καφενείου, κι έμενα έτσι εκστασιασμένος να κοιτώ σαν χάνος -όπως με έλεγε ο μπάρμπα Αντρέας ο καϊκατζής - .αλλά και όλοι οι μεγελύτεροι μιας και ήταν προσφιλής προσφώνηση απο τους μεγαλύτερους προς εμάς τους νεότερους και αμάθητους.

- Εκείνο το απόγευμα λοιπόν που έτρωγα το παγωτό μου παρέα με άλλους δύο συνομηλίκους μου – Τον Δημήτρη τον Μπαγιουρή, δυεθυντής σήμερα σε μεγάλη εταιρία, και τον Πάνο τον Δασκαλάκη, Φωτογράφο σήμερα, ενώ αυτοί οι δύο είχαν ανοίξει μεγάλη κουβέντα για την Κατερίνα και την Μυρτώ, εγώ αλλού αρμένιζα, κοιτούσα πέρα, μέσα στην θάλασσα, κοιτούσα  την μικρή βαρκούλα του καπετάν σορόκου – έτσι ήταν το παρατσούκλι του – έτσι τον ήξερα εγώ, παλιός καπετάνιος που είχε ρουφήξει  λέγανε οι μεγαλύτεροι την θάλασσα με την σέσουλα, εκεί καταμεσής ο καπετάν σορόκος πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα, δεν ήταν δα και πολύ μακριά από την παραλία, εκεί έριχνε το σίδερο  και άρχιζε να αρματώνει το παραγαδάκι του, το δόλωνε θυμάμαι συνήθως με στρόμπους και καμιά σαρδέλα, πεταλίδια, και με ψωλιάγκους που μας έβαζε να τους μαζεύουμε όποτε μας πετύχαινε να κολυμπάμε στην παραλία, εκεί λοιπόν καθόταν μέχρι σχεδόν το σούρουπο και αφού έριχνε το παραγαδάκι του, έφερνε το μικρό βαρκάκι του την ‘’Ελενίτσα’’ κοντά στην απέναντι παραλία, εκεί που πηγαίναμε εμείς τα πιτσιρίκια και επίδοξοι ψαράδες με τις καρούλες μας και κάναμε τάχα πως ψαρεύαμε, έτσι λοιπόν κι’ εκείνο το απόγευμα, αφού τελειώσαμε με τα παγωτά και τις γυναικοκουβέντες, τρέξαμε στα σπίτια μας  να πάρουμε τις καρούλες μας και να πάμε για την ψυχαγωγίας μας, για ψάρεμα τάχα μου, εκεί στην μικρή παραλία με τα γκωνάρια και τα χοντροβότσαλα, εκεί στηθήκαμε κι’ εκείνο το απόγευμα που μας πλησίασε με το βαρκάκι του ο καπετάν σορόκος.
- Ρε διαολεμένα τι κάνετε εδώ ? νύχτωσε άντε στις μανάδες σας κι αφήστε τα νάιλον που μου θέλετε να γίνετε ψαράδες, τίποτις δεν θα πιάσετε και σήμερο, άντε πάρτε δρόμο …….
Έτσι μας έλεγε όποτε μας έβλεπε, αλλά ποτέ δεν είχε έρθει τόσο κοντά μας όσο εκείνο το απόγευμα, όλο από μακριά μας τα φώναζε.
Εκείνο το απόγευμα ήρθε έξω έξω, μάλιστα μας κάλεσε να τον βοηθήσουμε να τραβήξει την βάρκα κοντά σε κάτι κοτρόνες και να την δέσει εκεί.
Τι να ήθελε και βγήκε έξω αναρωτιόμαστε, και λες και μας άκουσε μας ρώτησε αν πιάσαμε ‘’τίποτις’’ και χωρίς να περιμένει την απάντηση ξαναείπε μοναχός του
- Τι να πιάσετε εσείς ρε γκαβάδια, εσείς ούτε το αγκίστρι δεν ξέρετε να δένετε ακόμη, ελάτε ρε χάνοι εδώ να σας δείξω, και μου λεει έμενα
- -τράβα φέρε την γκαζόλαμπα ρε χάνε εσύ – θυμάμαι τότε εμείς είχαμε για φως κάτι φακούς τετράγωνους με μια πλακέ μπαταρία, και πίσω είχαν ένα σύρμα να τον κρατάς αλλά και για να στέκεται και μόνος του αν ήθελες, τρέχω φέρνω την λάμπα που είχε μέσα στο βαρκάκι και του την δίνω, την ανάβει και βρόμισε ο τόπος πετρέλαιο, την βάνει κάτω- δίπλα του – και αρπάζει βίαια από τα χέρια του Πάνου την κορούλα με την πετονιά, την βάζει κοντά στο φως της λάμπας και την ελέγχει, κοιτάζει το δέσιμο στο αγκίστρι και αφού μας κοίταξε έναν έναν υποτιμητικά, λεει :
- Ρε χάνοι έτσι δένουμε το αγκίστρι ; και τι σάπιο πράμα είναι τούτο, θα πάθετε ρε χάνοι κανένα τέτανο άμα σας βρει πουθενά αυτό, και με μιας τα παρατάει κάτω και σηκώνετε, πάει στην ’’Ελενίτσα΄’ και σε λίγο ξαναέρχεται προς το μέρος μας όμως μες τα σκοτάδια κάπου σε κάποιο κοτρόνι σκόνταψε και παραλίγο να κάνει νυχτερινό με τα ρούχα του, άρχισε τις βλαστήμιες……….

- Ρε χάνοι που να σας πάρει ο διάβολος νυχτιάτικα θα με σκοτώσετε που να σας πάρει και να σας σηκώσει, - λες κι’ εμείς του βάλαμε τρικλοποδιά – βέβαια όσο μας άκουγε να γελάμε τόσο μας στόλισε με διάφορα επίθετα, τέλος πάντων ήρθε κοντά ,ξανάκατσε στην πέτρα του και άνοιξε ένα κουτάκι από εκείνη την κρέμα για τα χέρια την Nivea, έβγαλε από μέσα ένα ακγίστρι   και αφού έκοψε με τα δόντια του αυτό που είχε τέτανο, έπιασε να δέσει το νέο, τα χοντρά του δάχτυλα δούλευαν θυμάμαι σαν πιανίστας επάνω στα πλήκτρα, χωρίς να κοιτάζει σε μηδέν χρόνο το είδε δέσει, το πάει κοντά στο φως της λάμπας και το επιθεωρεί, κουνάει το κεφάλι του ευχαριστημένος και γυρνάει σε μένα

- Έλα εσύ τώρα ρε χάνε να το δέσεις μου λεει με αυστηρό δασκαλίστικο ύφος, εγώ φοβόμουνα την καζούρα που θα μου έκανε και έσπρωξα τον Δημήτρη κατά το μέρος του, εκείνος τι να κάνει πήγε, του δίνει τότε μέσα από το κουτάκι ένα αγκίστρι, κόβει πάλι με τα δόντια του το παλιό από την άλλη κορούλα και του πιάνει τα δάχτυλα προσεκτικά και του λεει:

- Κοίτα ρε χάνε πως το δένουμε .και σιγά σιγά και υπομονετικά τον βοήθησε να το δέσουν, ύστερα του το πήρε από το χέρι, και του λεει:
-  Tώρα το σαλιώνουμε καλά και σφίγκουμε τον κόμπο ψαρά μου, έβγαλε και τον σουγιά από την τσέπη του γιλέκου του, και έκοψε τα περισσέματα.

Μετά ήρθε η σειρά μου να με βάλει να δέσω, και μετά η σειρά του Πάνου, μας έβαλε να δέσουμε από μια δύο φορές ο καθένας μας και αφού σιγουρεύτηκε πως πια είχαμε μάθει να δένουμε το αγκίστρι μα είπε:
- Τώρα χάνοι θα γίνετε ψαράδες, αν δεν μάθετε να φτιάνετε μόνοι σας τα ψαράδικα τσιμπράγκαλα μην περιμένετε να δείτε ψάρι.
- Και τώρα αϊ εσύ ρε να φέρεις στρόμπια από το βαρκί μου, πιάσε μια φούχτα, σπασμένα είναι μην τα σιχαίνεσαι, λεει στον Δημήτρη.
Φέρνει αυτός καμιά δεκαριά από δαύτα και αφού πήρε ένα στα χέρια του ο καπετάν σορόκος, λεει ξανά:
-ξέρετε ρε χάνοι να βάνετε δόλο ?
εμείς αλληλοκοιτιόμαστε σαν χάνοι, και συνεχίζει
- ελάτε κοντά να δείτε πως τον καρφώνουμε ρε ψαράδες, και με μια δύο κινήσεις είχε κάνει την δολοσία, σηκώνετε επάνω αφήνει λίγο λάσκα να κρέμεται σχεδόν μέχρι κάτω η πετονιά και με μια δυο γιρισιές το στέλνει μέσα στην θάλασσα, ελεύθερο που λέμε, με φωνάζει και μου δίνει να κρατήσω την μισίνα στο χέρι, μετά παίρνει την άλλη μισίνα του Πάνου πάει κοντά του και τον βοηθάει να την στριφογυρίσει λίγες βόλτες πάνω από το κεφάλι του και μετά την αμολάνε και πέφτει κι’ αυτή δίπλα από την προηγούμενη, μετά πάει παραδίπλα στον Δημήτρη, και κάνουν το ίδιο, έπειτα ξανάρχεται στην πέτρα του, μου αρπάει την μισίνα από το χέρι  κάθετε κάτω και μας λεει :
- έτσι ψαρεύουμε ψαράδες, και τώρα νέκρα τα στόματα σας, τσιμουδιά μην ακούσω,  μην σας πάρει και σας σηκώσει, σβήσε ρε χάνε εσύ την γκαζόλαμπα, λεει σε μένα.

Σβήνοντας την λάμπα σκοτείνιασε ο τόπος, και τσιμουδιά-νεκρική σιγή- μόνο ο παφλασμός από το απαλό κυματάκι που έσκαγε στα χοντρά βότσαλα ακουγόταν ,και το νερό ασυμογυάλιζε από τα φώτα που πέφταν από τα λίγα μαγαζάκια και από τις λάμπες της παραλίας απέναντι.

Ο Καπετάν σορόκος κρατούσε την μισίνα ανάμεσα στα τρία του δάχτυλα με λίγα μπόσικα, που και που με το άλλο του χέρι έσιανε την μουστάκα του, έπιανε τις άκρες και τις έστριβε, αυτό του είχε μείνει χούι μάλλον γιατί το έκανε κάθε τρεις και λίγο.

Θα χαν δεν θα χαν περάσει 10 λεπτά – που εμάς μας φάνηκαν ώρες – και ξαφνικά η μισίνα που κρατούσε ο Πάνος κάνει μια και τεντώνει –παραλίγο να του φύγει μέσα από τα χέρια –
-Καπετάνιε τσίμπησε φωνάζει ο Πάνος – και πεταγόμαστε εμείς όρθιοι λες και μας τσίμπησε σφήγκα
-Μην φωνάζετε ρε χάνοι λεει ο Καπετάν Σορόκος, και σηκώνετε και πάει κοντά στον Πάνο
-Έλα ψαρά μου ψάρεψε το ψάρι σου όμορφα τώρα, τώρα να σε δω τι σόι ψαράς είσαι, μην το ζορίζεις αμα σου τραβάει, δώνε του μπόσικα…αλλά όχι πολλά, μην σου κάνει ότι θέλει αυτό,. έτσι ψαρά μου, μάζευε τώρα……ώωπαα, ωπα δώσε λάσκα, εντάξει, τράβα τώρα, κοίτα ψαρά μου ..πάει δεξιά στα γκονάρια ,μην το αφήσεις και πάει εκεί θα σε σκοτώσω……..έεετσι γειά σου, μάζευε τώρα……….
Ο Πάνος με φανερή αγωνία στο πρόσωπό του άρχισε να μαζεύει την πετονιά, -από την Βιασύνη του μπερδευόταν μέσα στα χέρια καθώς προσπαθούσε να φέρει έξω το πιασμένο ψάρι-
- Βρε χάνε μην τραβάς έτσι, ψάρευε το ψάρι σου σιγά σιγά και ομαλά λεει ο καπετάνιος ορμηνεύοντας τον Πάνο
- Αν το χάσεις κερατά θα σε πετάξω μες την θάλασσα να μάθεις να ψαρεύεις
Το πιασμένο ψάρι έδινε μάχη μια δεξιά και μια αριστερά να ξεφύγει από το αγκίστρι, ενώ ο Πάνος με τον Καπετάν Σορόκο από πάνω απ το κεφάλι του να τον συμβουλεύει.
-Λύκος είναι (ακούμε τον Καπετάνιο να μονολογεί )
και σε λίγο βλέπουμε μια ψαρούκλα ασημιά να αστρφτογυαλίζει δεξιά αριστερά, αλλά με φανερή κούραση πια……..
Τότε λεει στο Πάνο :
-Έλα ψαρά μου το κατάφερες το ψάρι, έλα τώρα δώς του μια και φέρτο στα χαλίκια
      και  με τις τελευταίες χεριές ο Πάνος το βγάνει από την θάλασσα
Παναγιά μου τι ψαρούκλα είναι αυτή !!!! μείναμε και οι τρεις να το κοιτάμε σαν αποσβολωμένοι, ενώ ο Καπετάν Σορόκος έσκυψε δίπλα στο ψάρι και του ξεκάρφωσε το αγκίστρι
-Πάνε ρε χάνε στην Ελενίτσα και φέρε το μικρό το κοφινάκι, λεει σε μένα
εγώ μέσα στα σκοτάδια και τις κοτρόνες, και από την βιασύνη μου παραπάτησα και βρέθηκα μέσα στο νερό, μουσκίδι έγινε το φανελάκι το άσπρο και καθαρό που μου είχε βάλει η μάνα μου το ίδιο απόγευμα, το ίδιο και το μπλε σορτσάκι μου, έχασα και τις παντόφλες, σηκώνομαι όπως όπως και πάω στην Ελενίτσα να πάρω το κοφινάκι, αφού το βρήκα, γυρνάω ξυπόλητος και το δίνω στον Καπετάν Σορόκο που πιάνει το ψάρι από τα βράγχια και το βάνει μέσα στην κοφίνα,
-Τι έπαθες εσύ ρε χάνε μου λεει εμένα και με κοιτάζει που έσταζα νερά, παίρνει την γκαζόλαπμα και την ανάβει, και καθώς φώτισε ο τόπος βλέπω την μια παντόφλα εδώ και την άλλη εκεί.

-Άντε ρε χάνε τράβα στο σπίτι σου να βάνεις στεγνά ρούχα μου λεει …….
αλλά που να φύγω εγώ τώρα
-Δεν πειράζει Καπετάνιε καλοκαίρι είναι ζέστη έχει  απαντάω εγώ.
Αφού ξαναδολώνει την μισίνα του Πάνου ο καπετάνιος, του λεει να την ξαναρίξει, κούτσα στραβά ο Πάνος την κατάφερε την ριξιά

Τότε ο Καπετάν Σορόκος σηκώνετε και λεει :
-Άντε ρε χάνοι φεύγω τώρα εγώ, και κοιτάτε να βγάνετε ακόμα κάνα ψάρι, σήμερα είναι καλή νυχτιά, αύριο πάλι εδώ να ξαναψαρέψουμε, και φτάνοντας στην ’’Ελενίτσα ’’ της δίνει μια σπρωξιά κι’ εκείνη απαλά απαλά γλιστράει στο νερό, με ένα πήδο ο Καπετάν Σορόκος μπήκε μέσα και πιάνοντας τα κουπιά αρχίζει αθόρυβα να ξεμακραίνει από κοντά μας

Σε λίγο βλέπαμε μόνο την μαύρη σιλουέτα του και την καύτρα από το στριφτό τσιγάρο του.

Εκείνο το βράδυ βγάλαμε ακόμα ένα ‘’Λύκο’’ – εγώ τον ψάρεψα -  και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη γιατί μόνο κάτι σπάρους και κάνα χάνο πιάναμε, από εκείνο το απόγευμα και μια δύο τρεις φορές την βδομάδα ο Καπετάν  Σορόκος ήταν μαζί μας και μας μάθαινε τα μυστικά του ψαρέματος, μας έπαιρνε και στην ‘’Ελενίτσα’’ όταν πήγαινε για παραγάδια η καθετή, από εκείνο το απόγευμα και μετά, το ψάρεμα για μένα έγινε η μεγάλη μου αγάπη, ξέχασα τα παιχνίδια με τα άλλα παιδιά και κάθε απόγευμα πότε μόνος μου πότε με τα φιλαράκια μου – τον Πάνο και τον Δημήτρη – κατεβαίναμε εκεί στα κοτρόνια για ψάρεμα, και είχαμε καλά αποτελέσματα, μάλιστα ο Δημήτρης έγινε και ο καλύτερος μικρός ψαράς του χωριού, αλλά κι’ εμείς δεν πηγαίναμε πίσω, από τότε μας κόλλησαν το παρατσούκλι οι  ‘’ψευτοψαράδες ’’ όχι γιατί λέγαμε ψέματα, αλλά γιατί αν πιάναμε ένα ψάρι 1 κιλό, μέχρι να το πάμε στο σπίτι το είχαμε κάνει 3 – παιδιά ήμασταν – δεν είχαμε την αίσθηση του ‘’μέτρου’’…….αλλά μήπως και κάποιοι μεγάλοι δεν το κάνουν ακόμα ;

Ο καπετάν Σορόκος από εκείνο το απόγευμα σε μας τους τρεις έδειχνε μεγάλη αδυναμία, και πάντα όταν μας έβλεπε μα κερνούσε παγωτά, αλλά και μας μάθαινε  πράγματα για το ψάρεμα, αλλά και πράγματα για την ζωή, όταν μας έπαιρνε μέσα στην ‘’ Ελενίτσα ‘’τα απογεύματα συνήθως.

Μας έλεγε πως πρέπει να ήμαστε συνετοί με την θάλασσα και τα παιδιά της,: Να παίρνετε όσα χρειάζεστε, μην είσαστε πλεονέκτες, τα ψάρια θα είναι πάντα εδώ έλεγε – αν ζούσε σήμερα θα αναθεωρούσε πιστεύω – μας έλεγε ακόμα πως : Να είστε καθαροί, να προστατεύετε τον τόπο που ψαρεύετε και να τον ‘’συγυρνάτε’’ φεύγοντας, όχι αγκίστρια και πεταμένες νάιλον. – που να 'βλεπε τις παραλίες σήμερα –
-Να ψαρεύετε τον κάθε τόπο με ότι Δόλομα βγάζει εκεί – που να 'βλεπε τις μπάλες με τις κωλοτροφές που ρίχνουν σήμερα.   

Για χρόνια μετά με τον Καπετάν Σορόκο ήμασταν ‘’φίλοι ‘’ καθώς εμείς τα παιδιά μεγαλώσαμε και γίναμε άντρες, μεγάλωσε κι’ εκείνος, και γεροντάκι πια τον βλέπαμε να κάθετε στο καφενείο του Γιωρή και να αγναντεύει την αγαπημένη του γαλανή, για ψάρεμα δεν έβγαινε πια, αλλά τον βλέπαμε να μαστορεύει το παλιό ξύλινο σκαρί που το’ χε νομίζω από τον πατέρα του, και το είχε μόνιμα δεμένο στην ίδια θέση για χρόνια, τον βλέπαμε να κάθετε μέσα στην ‘’Ελενίτσα ‘’του – το όνομα της Μάνας του είχε το βαρκάκι – και να φτιάχνει τάχα μου καθετές και παραγάδια, να στρίβει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο και στα γέρικα του μάτια να διακρίνεις πεντακάθαρα την νοσταλγία για τα περασμένα, και μ’ ένα παλιόπανο στις γέρικες παλάμες του να σκουπίζει τις κουμπαστές, σχεδόν όποτε τον βλέπαμε η στο καφενείο θα ήταν να κοιτάζει πέρα μέσα στην θάλασσα με το απλανές βλέμμα του, η στην ‘’Ελενίτσα ‘’ να κάνει τάχα πως κάτι φτιάνει.
Ένοιωθε περήφανος για μας, γιατί όπως έλεγε στον πατέρα μου αλλά και στους χωριανούς – Αυτούς τους χάνους ρε εγώ τους έκαμα ψαράδες - .

Η αλήθεια ήταν αυτή, αυτός ο άνθρωπος μας έκανε ψαράδες εκείνο το απόγευμα του 1972 - αν θυμάμαι καλά,- εκεί στα πετρόκγόναρα με εκείνα τα δύο Λαβράκια και την σιλουέτα του άντρα αυτουνού του ‘’άγριου ‘’ και κοσμογυρισμένου να στέκει εκεί στο πλάι μας, και με άγρια και απότομη φωνή – μα με περίσσια υπομονή – να μας μαθαίνει πράγματα για τα ψάρια και την γαλανή κυρά που όπως έλεγε – αυτή παίρνει ψυχές, μα δίνει και ζωή -.

Ο καπετάν Σορόκος δεν υπάρχει πια, τον πήρε ο θεός μαζί του να μάθει ψάρεμα και στους αγγέλους, και η ‘’Ελενίτσα ‘’ στέκει πια ένα κουφάρι αδειανό εκεί στην παραλία κοντά στα περτρογκόναρα, μισοσπασμένη λες και δεν θέλει πια την ζωή της αφού ο καπετάνιος της που τόσα χρόνια την εφρόντιζε με υπομονή και αγάπη δεν υπάρχει πια.

Πριν από χρόνια, και μετά τον θάνατο του Καπετάν Σορόκου, την πήραμε εμείς οι τρεις – Εγώ ο Δημήτρης και ο Πάνος – και την σεννιάραμε – την είχαμε κάνει κούκλα όπως την είχε όσο ζούσε ο καπετάν Σορόκος, αλλά με κάποιον δυνατό καιρό έκοψε τα σκοινιά και την πέταξε με δύμανη πάνω στα πετρογκόναρα, αδύναμη και μόνη η ‘’Ελενίτσα ‘’ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην μανία της φύσης και την Άνοιξη την βρήκαμε να στέκει πληγωμένη και ανήμπορη, είναι ακόμα εκεί, έτσι αποφασίσαμε να πάμε να την πάρουμε και να την  αφήσουμε σε μια άκρη στην παραλία κοντά στα δέντρα, απόμερα έτσι όπως είναι, και να στέκει κι’ αυτή εκεί προσμένοντας τον καπετάνιο της να βγει μέσα από τα γαλανά νερά σαν άλλος Ποσειδώνας και να την ξαναρίξει ετοιμοπόλεμη ξανά στα καταγάλανα νερά που τόσα χρόνια πότισαν τα ξύλα της και την  μπογιά της.

Ελαφρύ να’ ναι το χώμα που σε σκεπάζει Καπετάν Σορόκο
Δεν μας έκαμες καλούς ψαράδες όπως έλεγες, μας έκανες καλύτερους ανθρώπους.

Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη.

- Ο Ψευτοψαράς …….. ο Χάνος -       
   
         
                   

Διαφωνώ με όσα λές, όμως θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/01/2009 19:31 #2 από Θοδωρής Δασκαλάκης (kastelli)
Απαντήθηκε από Θοδωρής Δασκαλάκης (kastelli) στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
:cray: :give_rose:

ΑΝΙΔΕΟΙ ΚΙ ΙΔΕΟΛΟΓΟΙ
ΓΙΝΑΝ ΟΛΟΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΙ!!!

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/01/2009 22:29 #3 από Κώστας Κωνσταντόπουλος {dady}
Απαντήθηκε από Κώστας Κωνσταντόπουλος {dady} στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
              Νασαι καλα ρε Βασιλη  αν δεν ντρεπομουνα θα ομολογουσα οτι δακρυσα.


              Υ.Σ.  Χαρικα πολυ που σε γνωρισα.


                Κωστας.

ΑΝ ΤΑ ΛΑΘΗ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ,
ΤΟΤΕ ΕΧΩ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ.

(Γραμμενο σε τοιχο στη Μπενακη-Αθηνα)

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/01/2009 22:40 #4 από Sargomania (Γιώργος Σάββενας)
Απαντήθηκε από Sargomania (Γιώργος Σάββενας) στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
Νάσαι καλά Βασίλη, εγώ δεν ντρέπομαι.....δάκρυσα!!! :thank_you2: :thank_you2:

Γιώργος

Καλύτερος ψαράς είναι αυτός που απολαμβάνει το ψάρεμα περισσότερο.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/01/2009 22:43 #5 από Αχιλλέας BB2
Απαντήθηκε από Αχιλλέας BB2 στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
Vasilios , τι να πω φίλε είσαι νομπελίστας στις θαλασσινές αφηγήσεις.
Συγχαρητήρια !!!!!

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/01/2009 22:49 #6 από Γιώργος Τσεντελιέρος ( Fisherman )
Απαντήθηκε από Γιώργος Τσεντελιέρος ( Fisherman ) στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
ΧΧμμμμμ.... Βλέπω οτι εκτός απο την προβατίνα έχεις και άλλα χαρίσματα....

Μπράβο φίλε...  :give_rose:

"Είναι πιο εύκολο να αγωνίζεσαι για τις αρχές σου παρά να ζεις σύμφωνα με αυτές."
"Aν ο Θεός ήταν φιλελεύθερος δεν θα έδινε δέκα εντολές. Θα έδινε δέκα προτάσεις προς συζήτηση."
"Δεν φοβάμαι αυτό που βλέπω αλλά εκείνο που μου κρύβουν"
www.psarema.gr - www.hostplus.gr

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

30/01/2009 23:38 #7 από sarigiko (Κώστας)
Απαντήθηκε από sarigiko (Κώστας) στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
Να είσαι καλά φίλε τα λόγια είναι λίγα.... ευχαριστώ..... ήταν υπέροχο αυτό που διάβασα... ν'αναι καλά εκεί που είναι.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

31/01/2009 07:28 #8 από a Guest
τελικά  εμείς η ψαράδες έχουμε απέραντοι γαλήνια ψίχουλα για σου καπετάν Βασίλη

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

31/01/2009 10:50 #9 από vasilios
Φίλοι μου καλημέρα  :bye:

Σας ευχαριστώ όλλους για τα καλά σας λόγια  :give_rose: :give_rose:

Βασίλης

Διαφωνώ με όσα λές, όμως θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να τα λες.

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

31/01/2009 14:17 #10 από Γιάννης Ελενίτσας (striftaroparamanas)
Απαντήθηκε από Γιάννης Ελενίτσας (striftaroparamanas) στο θέμα Απ: Αφήγηση. Ο Καπετάν Σορόκος Και οι Ψευτοψαράδες
Βασίλη,
Ευχαριστώ...

Member of the cot family

Παρακαλούμε Σύνδεση ή Δημιουργία λογαριασμού για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

Συντονιστές: Δημήτρηs ΚουζούπηsΠαπακωστας Δημητρης (tselikas)Γιαννης (STAY_ALIVE)Φώτης Σαρρηγεωργίου
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.421 δευτερόλεπτα

© 2004 - 2026 All Rights Reserved. | Φιλοξενία & Κατασκευή HostPlus LTD

hostplus 35

No Internet Connection